«Σάμα» Αντόνιο ντι Μπενεντέτο | κριτική βιβλίου

Written by

Σάμα
Αντόνιο ντι Μπενεντέτο
Μυθιστόρημα
Μετάφραση από τα Ισπανικά: Άννα Βερροιοπούλου
ISBN: 978-960-03-6403-3
Σκληρό εξώφυλλο
σελ. 304
16 Οκτωβρίου 2018

Μυθιστόρημα προσμονής, ανησυχίας, μοναξιάς, διλημμάτων, συγκρούσεων,
κατορθωμάτων και φαντασιώσεων, το βιβλίο Σάμα του Αργεντίνου συγγραφέα Αντόνιο Ντι Μπενεντέτο. Παρακολουθεί τις εσωτερικές σκέψεις και τις περιπέτειες ενός υπαλλήλου-πρώην Κορεχιδόρ,( διοικητή περιφέρειας) και νυν νομικού συμβούλου- εγκλωβισμένου στην αναμονή μιας εξέλιξης, στην άρση ενός υποβιβασμού.

Στο όνομα του μοναχικού ήρωα, δον Ντιέγο ντε Σάμα, περιγράφεται με ευκρίνεια ο αγώνας, το αδιέξοδο και η κρίση ταυτότητας των Κρεολών στις αποικίες της Λατινικής Αμερικής του 18 ου αιώνα, υπό την επιρροή- απόηχο της Ισπανικής κυριαρχίας στη γη των αυτόχθονων Ινδιάνικων φυλών.


Το βιβλίο διαρθρώνεται αριθμητικά σε πενήντα κεφάλαια και σε τρεις χρονικές περιόδους: Έτος 1790, 1794 και 1799. Ο ήρωας και αφηγητής της ιστορίας, εργάζεται στην Παραγουάη, μακρυά από τον τόπο του. Η οικογένειά του ζει στην Αργεντινή (η γυναίκα του Μάρτα και τα παιδιά τους καθώς και η μητέρα του). Εκείνος ξεδιπλώνει την ιστορία του τμηματικά, στην αρχή με μεγάλες φράσεις και στη συνέχεια με κοφτές ασθματικές αναπνοές, στην προσπάθειά του να μιλήσει για τα προβλήματά του, την μοναξιά, την απομόνωση, τη στέρηση και όλα όσα μηχανεύεται, αναζητώντας λύση στο αδιέξοδο της καθημερινότητας της ζωής του.


Η αφήγηση ακολουθεί την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης εκμυστήρευσης επιθυμιών, ενοχικών σκέψεων, φαντασιώσεων, προκειμένου ο ήρωας να εξηγήσει την κατάσταση ακινησίας και αναμονής στην οποία έχει περιέλθει.


Με μια τέτοια εικόνα ακινησίας και αναμονής ξεκινάει το βιβλίο.


Ο Σάμα, ακολουθώντας τη ροή του ποταμού, βρίσκεται στην αποβάθρα περιμένοντας το πλοίο και ίσως κάποιο μήνυμα από την Μάρτα, όταν βλέπει μια μαϊμού παγιδευμένη στο ρεύμα του ποταμού και ακούει από έναν κατάδικο μια ιστορία για ένα είδος ψαριού που αγωνίζεται να μείνει στο ρεύμα του ποταμού αλλά τα νερά το σπρώχνουν συνεχώς προς τις όχθες. Αυτή η ταύτιση της εικόνας λειτουργεί συγκριτικά κινητοποιώντας τους μηχανισμούς αντίδρασης του ήρωα σχετικά με το παρόν μιας ζωής που δεν ζει και με το προσδοκώμενο μέλλον.


Στο όριο πραγματικότητας και ψευδαίσθησης, ο αφηγητής εξομολογείται περιπέτειες και ταπεινώσεις καθώς και τις φαντασιόπληκτες ερωτοτροπίες και τις καταστάσεις της ζωής του, στην προσμονή ενός ευοίωνου μέλλοντος που θα ανατρέψει την ακινησία και αδράνεια του παρόντος.

Στο βιβλίο διακρίνονται εθιμικά στοιχεία και τρόποι πολιτισμών, γλωσσικές εκφράσεις, παρατηρήσεις, ιστορικά γεγονότα. Οι παρεμβολές ιστοριών δίνουν πληροφορίες για το τοπίο της πόλης, για τα αξιώματα και την γραφειοκρατία, για τις καθημερινές συνθήκες, τις συζητήσεις, τα βιβλία, τις παραδόσεις, τα φαγητά, τη διασκέδαση και τις κοινωνικές σχέσεις.


Το ύφος του κειμένου είναι ζωηρό με εκείνη τη θέρμη της περιγραφής μιας ιδιότυπης κατάστασης στα όρια της γελοιότητας, ως προς την δραματική συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης.


Ελλειπτικότητα, εστίαση σε μικρές στιγμές, κριτικό χιούμορ, ζωηρές εικόνες, αυτοσαρκασμός, αφαιρετικότητα, ανατροπές και αναιρέσεις, στο νήμα της λογοτεχνικής παράδοσης των ιπποτικών μυθιστορημάτων και του μοντερνισμού, αναδύονται από την γραφή του συγγραφέα, αόρατου πίσω από τις καταιγιστικές σκέψεις του φτωχού ήρωα, τις φαντασιοκοπίες του οποίου παρακολουθεί με ενδιαφέρον και μια μελαγχολική αίσθηση
διαχρονικότητας.


Η ματαίωση των επιθυμιών, το μάταιο των ενεργειών και οι μηχανισμοί άμυνας του ανυπεράσπιστου προσώπου στο έλεος των εξελίξεων και της τυχαιότητας, δίνουν στο μυθιστόρημα μια χροιά ευτράπελου παραλογισμού στην προσδοκία άρσης του αδιεξόδου.
Έτσι ο εγκλωβισμένος ήρωας υπερβαίνει την ουτοπία στην οποία τον εισάγει ο χρονικός περιορισμός και γίνεται σύμβολο αυτοαναίρεσης, ματαίωσης και ακύρωσης στο όνομα της σύγχρονης μοναχικότητας. Μια φιγούρα ηρωική και ταυτόχρονα αντιηρωική στην εμμονική υπέρβαση της λογοτεχνικής εκδοχής.


Ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο του, Στα θύματα της προσμονής.


Σάμα – Αποσπάσματα:


« Διερωτήθηκα όχι γιατί ζούσα, αλλά γιατί είχα ζήσει. Για την προσμονή, υπέθεσα, και ήθελα να ξέρω αν ακόμα πρόσμενα κάτι. Μου φάνηκε πως ναι.
Πάντα περιμένει κανείς κάτι περισσότερο.
Αυτό ήταν ξεκάθαρο στο μυαλό μου, μα όταν το μυαλό μου χανόταν, παραδινόμουν σε μια ανελέητη αδράνεια, σάμπως το φιτίλι μου να σωνότανε, σάμπως ο κόσμος να επρόκειτο να ερημώσει επειδή εγώ δεν θα βρισκόμουν πια σε αυτόν». Σελ. 275

« Στράφηκα πάνω στη σέλα μου για να κοιτάξω πίσω. Ήθελα να πω στην πόλη πως όταν θα επέστρεφα, θα ήμουν απλώς περαστικός. Ένα κεφάλι, αυτό του Βικούνια Πόρτο, θα μου εξασφάλιζε εκείνο που δεν μου είχαν προσφέρει τα προσόντα μου, οι μεσολαβητές και τα αιτήματα. Όμως ανάμεσα σ’ εμάς και την πόλη παρεμβάλλονταν οι στρατιώτες και τα ζώα. Δεν μου έμενε άλλη επιλογή από το να κοιτάξω μπροστά». Σελ. 230

« Κατεβαίνοντας τον Ρίο ντε λα Πλάτα, ύστερα στην ανοιχτή θάλασσα, ρότα προς την Ισπανία-όπου εγώ δεν ήμουν ποτέ παρά ένα όνομα σημειωμένο στα χαρτιά-, ταξίδευε ένας νους, μια ανθρώπινη ευαισθησία, διαποτισμένη από μένα». Σελ. 140


« Ήταν η μυστική ώρα του ουρανού, η ώρα που πιότερο φέγγει, επειδή τα ανθρώπινα όντα κοιμούνται και κανείς δεν τον κοιτά.
Καθάριος σαν το ουράνιο στερέωμα ήμουν κι εγώ.
Σκεφτόμουν τη Μάρτα, δίχως θλίψη.
Το παρελθόν ήταν ένα τετραδιάκι με σημειώσεις που είχα χάσει σε μια ανύποπτη στιγμή». Σελ. 173


« Κατάλαβα πως είχα κερδίσει το παιχνίδι, κι ας ήταν ο Πριέτο Ισπανός κι εγώ αμερικάνος. Η αλληλεγγύη της ιεραρχίας είχε επικρατήσει.
Ήξερα λοιπόν τώρα πώς να συνεχίσω την εξιστόρησή μου». Σελ. 68


«Αργά , σαν να σκέφτηκα πολύ τα λόγια μου, είπα εσκεμμένα:
– Μιλάω με Ισπανό ή με αμερικάνο;
Κι αυτός , ευθαρσώς, απάντησε:
-Με Ισπανό, κύριέ μου! Αλλά με έναν Ισπανό εμβρόντητο μπροστά σε όλους αυτούς τους αμερικάνους που προσπαθούν να μοιάζουν με Ισπανούς και όχι με αυτό που πραγματικά είναι.

Στο σημείο αυτό η οργή μου ξεχείλισε». Σελ. 58


« …αυτό που επιθυμούσα δεν ήταν μια προαγωγή, αλλά μια μόνιμη θέση στο Μπουένος Άιρες ή στο Σαντιάγο της Χιλής, γιατί η καριέρα μου είχε βαλτώσει σε ένα πόστο στο οποίο , όπως είχαν αφήσει να εννοηθεί αρχικά, θα παρέμενα μόνο προσωρινά. Και δεν ήταν μονάχα αυτό: ανάμεσα σ’ εμένα και τη γυναίκα μου μεσολαβούσε το μισό του μήκους δύο χωρών και όλο το πλάτος της δεύτερης». Σελ. 28
« Ο Σάμα ο κορεχιδόρ υποτιμούσε τον νομικό σύμβουλο Σάμα, ενώ ο τελευταίος, πάσχιζε να αποδείξει όχι απλώς μια συγγένεια, αλλά την πλήρη ταύτισή του με τον πρώτο.(…). Αλλά ακόμα κι έτσι, ο σύμβουλος Σάμα ήξερε, δεν μπορούσε να το αρνηθεί, ότι σε αυτή τη χώρα, περισσότερο από άλλες χώρες της αυτοκρατορίας, οι θέσεις δεν θεοποιούν, ούτε γίνεται κανείς ήρωας δίχως να διακινδυνεύσει τη ζωή
του, κι ας μην υπάρχει η δικαιολογία ενός ιερού σκοπού. Ο σύμβουλος Σάμα όφειλε να αναγνωρίσει στον καθρέφτη έναν Σάμα δίχως ευκαιρίες, άθυρμα των καταστάσεων». Σελ. 26
«Εκεί βρισκόμασταν, έτοιμοι να φύγουμε, χωρίς να φεύγουμε». Σελ.13


cityculture.gr / «Σάμα» Αντόνιο ντι Μπενεντέτο | κριτική βιβλίου / Άγγελα Μάντζιου