Χρήστου Γιανναρά : Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων (κριτική)

Written by

Θα μπορούσα να το παρομοιάσω με την απόπειρα που κάνεις για να διαβείς ένα φαράγγι που όλοι λένε πως το ξέρουν μα ελάχιστοι το έχουν περάσει. Συναντάς εκατοντάδες άγνωστα φυτά που αν θα έπρεπε να τα ονοματίσεις ένα προς  ένα θα ήθελες πολλούς μήνες για να κάνεις τη διαδρομή.  θα συναντήσεις δεκάδες εικόνες από αυτές που σε σημαδεύουν τις οποίες στη συνέχεια θα τις κουβαλάς για χρόνια. θα βρεις  μυρωδιές που λες ότι ξέρεις αλλά στη πραγματικότητα  δεν έχεις ξαναμυρίσει σε ένταση και σε λεπτότητα. Χρωματισμένο με εικόνες που απορρέουν από λέξεις που θα μπορούσες να πεις ότι έχεις ακούσει και καλύτερες αλλά ποτέ δεν θα ξεχάσεις αυτές.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να τοποθετηθεί κάποιος κριτικά απέναντι σε ένα δάσκαλο, μια μεγάλη μορφή των γραμμάτων,  έναν διανοούμενο- φιλόσοφο  όπως ο  Χρήστος Γιανναράς.   Αλλά η κριτική ματιά δεν οφείλει να βρίσκεται στο ίδιο ύψος (πως θα μπορούσε άλλωστε) με το έργο.  Είναι οι εντυπώσεις που αποκομίζεις από ένα έργο, ακόμη και όταν δεν είσαι σε θέση να το κατανοήσεις σε όλο το μεγαλείο του. Γιατί περί αυτού πρόκειται, είναι το δέος απέναντι σε αυτό που μπορεί να σε εκστασιάζει ακόμη και μέσα από την μη πλήρη κατανόηση του.

Την ποιητική γραφή του Γιανναρά δεν την κρίνεις, μπορείς μόνο να πεις αν σ αρέσει ή δεν σ αρέσει. Αυτό, τελεία.  Δεν είναι εύκολο να παρακολουθήσεις τη σκέψη του συγγραφέα αυτό είναι γεγονός μα πως θα μπορούσες ποτέ να βρίσκεσαι εντός του άλλου τη στιγμή που εξωτερικεύει συναισθήματα που μετατρέπονται σε λέξεις;

Ο Χρήστος Γιανναράς είναι Διδάκτωρ φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Σορβόνης και της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.  Μέσα στη γραφή του απεικονίζεται έντονα  η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία και η θρησκευτική παράδοση που ενστερνίζεται. Εξυμνά τον Έρωτα  έχοντας το  πλεονέκτημα της γραφής του Ορθόδοξου Χριστιανού.  Το αποτέλεσμα είναι το κλείσιμο το μάτι στον αναγνώστη και η προσφορά δύο διαφορετικών οπτικών χωρίς να φέρνει σε αντιπαράθεση τη μία με την άλλη.

Η αδυναμία που βρήκα ήταν ακριβώς η έλλειψη της απαραίτητης εισαγωγής που θα προετοίμαζε τον ανύποπτο αναγνώστη για τι ακριβώς πρόκειται να διαβάσει, να του ερμηνεύσει το σκεπτικό του συγγραφέα και παράλληλα να δοθεί χώρος για μια περιγραφική αναφορά στο περίφημο Άσμα Ασμάτων αυτόν τον ύμνο του έρωτα έξω από τις κοινωνικές πεποιθήσεις και πάνω από μετριότητες και συμβιβασμούς .

Όμως είναι αστείο να σταθεί κάποιος σε θέματα που αφορούσαν περισσότερο τον εκδότη και την επιμέλεια του βιβλίου όταν έχει στα χέρια του αυτή την ελεγεία για τον Έρωτα με κεφαλαίο πρωτόγραμμα. Δεν διαβάζεται με μια ανάσα, θα χρειαστεί χρόνος για να ωριμάσει εντός σου κάθε μία σελίδα. Προσωπικά το διάβασα όταν μου το ζητούσε το ίδιο το βιβλίο. Χωρίς αρχή μέση ή τέλος. Και είναι από τα βιβλία που κάποιος ανατρέχει συχνά για να γαληνέψει μέσα στη σοφία του κειμένου.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά

sxolio

Ἀδελφιδός μου παρῆλθε·
ψυχή μου ἐξῆλθεν ἐν λόγῳ αὐτοῦ.

ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ τὸν ἔρωτα μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας. Πρὶν τὴν ἀποτυχία δὲν ὑπάρχει γνώση· ἡ γνώση ἔρχεται πάντα μετὰ τὴ βρώση τοῦ καρποῦ. Σὲ κάθε ἔρωτα ξαναζεῖ ἡ ἐμπειρία τῆς γεύσης τοῦ παραδείσου καὶ τῆς ἀπώλειας τοῦ παραδείσου. Σπουδάζουμε τὸν ἔρωτα μόνον ἐξόριστοι ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς ποὺ αὐτὸς χαρίζει.

Στὴν ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα εἴμαστε ὅλοι πρωτόπλαστοι. Ἡ πείρα τῶν ἄλλων δὲν μᾶς μαθαίνει τίποτα γιὰ τὸν ἔρωτα. Εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας τὸ ἀρχέγονο καὶ μέγιστο μάθημα τῆς ζωῆς, ἡ ἀρχέγονη καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση. Μέγιστο μάθημα, γιατὶ σπουδάζουμε στὸν ἔρωτα τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ τρόπος ἀποδείχνεται ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας.

…………………………………………………………………………….

Διψᾶμε τὴ ζωή, καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ζωῆς περνάει μόνο μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν Ἄλλον. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου ἀναζητᾶμε τὴ δυνατότητα τῆς ζωῆς – τὴν ἀμοιβαιότητα στὴ σχέση. Ὁ Ἄλλος γίνεται τὸ «σημαῖνον» τῆς ζωῆς, ἡ αἰσθητὴ ἀνταπόκριση στὴν πιὸ βαθειὰ καὶ κυρίαρχη τῆς φύσης μας ἐπιθυμία. Ἴσως αὐτὸ ποὺ ἐρωτευόμαστε νὰ μὴν εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, ἀλλὰ ἡ δίψα μας ἔνσαρκη στὸ πρόσωπό του. Ὁ Ἄλλος νὰ εἶναι πρόσχημα κι ἡ αὐτοπροσφορά μας αὐταπάτη. Ὅμως κι αὐτὸ θὰ διαφανεῖ μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας.

………………………………………………………………………………

Ζωὴ σημαίνει νὰ παραιτεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ζωῆς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς τοῦ Ἄλλου. Νὰ ζεῖς, στὸ μέτρο ποὺ δίνεσαι γιὰ νὰ δεχθεῖς τὴν αὐτοπροσφορὰ τοῦ Ἄλλου. Ὄχι νὰ ὑπάρχεις, καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀγαπᾶς. Ἀλλὰ νὰ ὑπάρχεις μόνο ἐπειδὴ ἀγαπᾶς, καὶ στὸ μέτρο ποὺ ἀγαπᾶς.

Διψᾶμε τὴ ζωὴ καὶ δὲν τὴν διψᾶμε μὲ σκέψεις ἢ νοήματα. Οὔτε καὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Τὴν διψᾶμε μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὴν ψυχή μας. Ἡ ὁρμὴ τῆς ζωῆς, σπαρμένη μέσα στὴ φύση μας, ἀρδεύει κάθε ἐλάχιστη πτυχὴ τῆς ὕπαρξής μας. Καὶ εἶναι ὁρμὴ ἀδυσώπητη γιὰ σχέση, γιὰ συν-ουσία: Νὰ γίνουμε ἕνα μὲ τὴν ἀντι-κείμενη οὐσία τοῦ κόσμου, ἕνα μὲ τὸ κάλλος τῆς γῆς, τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας, τὴ νοστιμιὰ τῶν καρπῶν, τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀνθῶν. Ἕνα κορμὶ μὲ τὸν Ἄλλον. Ὁ Ἄλλος εἶναι ἡ μόνη δυνατότητα νὰ ἔχει ἀμοιβαιότητα ἡ σχέση μας μὲ τὸν κόσμο. Εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου, ὁ λόγος κάθε ἀντι-κείμενης οὐσίας. Λόγος ποὺ ἀπευθύνεται σὲ μένα καὶ μὲ καλεῖ στὴν καθολικὴ συν-ουσία. Μοῦ ὑπόσχεται τὸν κόσμο τῆς ζωῆς, τὸ ἔκπαγλο κόσμημα τῆς ὁλότητας. Στὴ μία σχέση.

…………………………………………………………………………….

Ἡ ἐρωτικὴ ἀπαίτηση δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ μέτριο, τὸ μερικὸ καὶ ἀποσπασματικό. Στοχεύει στὴ ζωή, δηλαδὴ στὴν πληρότητα τῆς σχέσης. Ὁ Ἄλλος νὰ δίνει, προτοῦ ζητήσουμε- νὰ μὴν μᾶς φέρει οὔτε μιὰ φορὰ στὴ θέση τοῦ ζήτουλα, νὰ μὴν μᾶς ταπεινώσει ποτὲ γιὰ τὴν ἀνάγκη ἢ τὴ δίψα μας. Νὰ εἶναι αὐτὸς πάντα παράφορος, νὰ κάνει πάντα αὐτὸς τὸ πρῶτο βῆμα, νὰ μὴν εἶναι ποτὲ κουρασμένος, θλιμμένος, ἀδιάφορος. Τὰ θέλουμε ὅλα αὐτά, μὰ τὰ θέλει ὁ καθένας μας γιὰ τὸν ἑαυτό του. Καὶ τὰ ἀπαιτεῖ στὸ ὄνομα τοῦ ἔρωτα, γιὰ νὰ καθίσει τὸν ἄλλον στὸ σκαμνί, νὰ τοῦ ἐπιτεθεῖ, νὰ τὸν κατατροπώσει. Ἐσὺ λὲς πὼς μὲ ἀγαπᾶς; Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀγάπη σου;

Ἡ ἀνθρώπινη φύση μας παίζει τὸ παιχνίδι τῆς ἰδιοτέλειας μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σπουδάζουμε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς στὴν ἀπάτη τοῦ ἔρωτα. Δὲν ὑπάρχει ἔρωτας ποὺ νὰ μὴν περνάει ἀπὸ φάσεις θυσιαστικῆς αὐταπάρνησης καὶ ὁλοκληρωτικῆς αὐτοπροσφορᾶς. Φάσεις ὄντως ζωῆς, ποὺ γίνονται ὅπλα τῆς φύσης γιὰ νὰ κερδίσει τὸν Ἄλλον, νὰ τὸν ἰδιοποιηθεῖ, νὰ τὸν κατέχει. Μὲ αὐτὰ τὰ ὅπλα περιχαρακώνει τὸ δίκιο της, φτιάχνει ὁρμητήρια γιὰ νὰ ἐπιτεθεῖ, ὅταν ὁ Ἄλλος ἀρχίσει νὰ ἀποκαλύπτεται στὴ δική του αὐτονομία, στὴ δική του φυσικὴ ἀπαίτηση.

Ὁ ἔρωτας εἶναι ἢ ἀμοιβαῖα θυσιαστικός, ἢ σπαραγμὸς καὶ ρήξη – συμβιβασμὸς δὲν ὑπαρχει. Ἡ συμβατικὴ ἀνοχὴ δὲν συντηρεῖ τὸν ἔρωτα, οὔτε ὁ μαζοχισμὸς τῆς καρτερίας. Ὁ συμβιβασμὸς εἶναι μόνο ἀνελπιστία. Ἀντίθετα, ἡ ρήξη τρέφει τὴν ἐλπίδα γιὰ ἕνα ἑπόμενο θαῦμα ποὺ θὰ διαρκέσει. Ὁ ἑπόμενος Ἄλλος θὰ μὲ ἀποδεχθεῖ δίχως κρατούμενα, θὰ μὲ ἐρωτευθεῖ δίχως ὅρια. Γι᾿ αὐτὸ χρειάζομαι τὴ ρήξη, βίαιη καὶ ἀνυποχώρητη. Γιὰ νὰ μὲ ἀποκαταστήσει ἀκέραιον στὴν παρθενία τῆς ἀναμονῆς. Κι ὅταν ὁ ἑπόμενος Ἄλλος ἐμφανιστεῖ, τὸ παιχνίδι ξαναρχίζει παγιδευμένο στὰ ἴδια γρανάζια τῆς ἀδυσώπητης φύσης μας.

…………………………………………………………………………….

Υἱοὶ μητρός μου ἐμαχέσαντο ἐν ἐμοί.

Ο ΕΡΩΤΑΣ δὲν ἔχει λογικὴ – μὲ ποιά λογικὴ προσεύχεται ὁ ἅγιος γιὰ τὰ ἑρπετὰ καὶ τοὺς δαίμονες; Λογικὴ ἔχει ἡ θρησκεία θωρακισμένη μὲ τὴν πανοπλία τοῦ νόμου. Λογικὴ καὶ νόμος τὰ ὅπλα τῆς θρησκείας, ὅπλα θωράκισης τοῦ ἐγώ.

Θρησκεία: οἱ ἀτομικὲς μεταφυσικὲς πεποιθήσεις. Ἡ ἀτομικὴ ἠθική. Ἡ ἀτομικὴ προσπάθεια γιὰ τὸν ἐξευμενισμὸ τοῦ θείου. Οἱ πεποιθήσεις λογικὰ ὀρθὲς γιὰ νὰ προσπορίζουν βεβαιότητα. Ἡ ἠθικὴ συμπεριφορὰ κατοχυρωμένη ἀπὸ τὸν νόμο γιὰ νὰ ἐξασφαλίζει ὑπόληψη καὶ κύρος. Ἡ λατρεία πληθωρικὰ συναισθηματική, ἐφαλτήριο ψυχολογικῆς εὐεξίας.

Ὁ ἔρωτας ἀρχίζει ἐκεῖ ποὺ τελειώνουν τέτοιες θωρακίσεις τοῦ ἐγώ. Ὅταν ὁ Ἄλλος ἐνδιαφέρει περισσότερο κι ἀπὸ τὴν ἴδια μας τὴν ἐπιβίωση. Περισσότερο κι ἀπὸ τὴν ὅποια δικαίωση, τὴν ἐφήμερη ἢ αἰώνια ἐξασφάλιση. Ἑτοιμότητα ἀποδοχῆς καὶ τῆς αἰώνιας ἀκόμα καταδίκης γιὰ χάρη τοῦ ἀγαπημένου ἢ τῶν ἀγαπημένων: εἶναι τὸ σημεῖο ἀναγνώρισης τοῦ ἔρωτα, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας.Ηὐχόμην αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται (Ρωμ. 9,3).

…………………………………………………………………………….

Ἰδοὺ εἶ καλή, ἡ πλησίον μου,
ἰδοὺ εἶ καλή· ὀφθαλμοί σου περιστεραί.

Η ΑΜΟΙΒΑΙΟΤΗΤΑ σημαίνεται στὸ βλέμμα. Τὸ πρῶτο σκίρτημα εἶναι πάντα ἡ ἀθέλητη στάση δυὸ βλεμμάτων ποὺ διασταυρώθηκαν. Δηλαδὴ ὁ ἔρωτας γεννιέται στὸ φῶς. Βλέμμα, χαμόγελο, φωνή, χειρονομία, κίνηση –ὅριο τοῦ σωματικοῦ καὶ τοῦ ἀσώματου– τόπος τῶν σημαινόντων τῆς ἀμοιβαιότητας.

Τὸ φῶς τοῦ ἐρωτευμένου βλέμματος περνάει στὰ χείλη. Τὸ χαμόγελο δὲν εἶναι σύσπαση, εἶναι λάμψη. Βλέμμα καὶ χαμόγελο ἀξεδιάλυτα, τὸ ἴδιο φῶς. Ἀνταύγεια μοναδικότητας, δελφὶς τοῦ πόθου.

…………………………………………………………………………….

Ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν…
δεῦρο νύμφη…
ἀπὸ μανδρῶν λεόντων, ἀπὸ ὀρέων παρδάλεων.

ΕΠΙΔΕΞΙΑ Η ΦΥΣΗ στὴ συμπαιγνία μὲ τὸ ἀσυνείδητο, παίζει τὸ παιχνίδι τῆς ἰδιοτέλειας ἀκόμα καὶ μὲ τὸν τρόπο τῆς ἀρετῆς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὸ στίλβωμα συχνὰ τῆς ἀρετῆς ἰριδίζει παγερὴ βουλιμία ναρκισσικῆς ἀπαίτησης. «Εἶναι ποὺ ξέρει καλὰ ἡ σκύλα ἡ ἡδυπάθεια νὰ ζητιανεύει πνεῦμα, ὅταν τῆς ἀρνοῦνται τὴ σάρκα».

…………………………………………………………………………….

Χρήστου Γιανναρά

Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων

Εκδόσεις Δομος