«…τη στιγμή που σε κρεμάνε, αισθάνεσαι να σπας, να διαμελίζεσαι για πάντα» Χόρχε Σεμπρούν

Written by

«Αυτός που κατακλύζεται από τον πόνο των βασανιστηρίων νιώθει το σώμα του όπως δεν το έχει νιώσει ποτέ πριν. Η σάρκα του πραγματώνεται απόλυτα μέσα στην αυτοάρνησή της…» Ζαν Αμερύ.

«…Ήταν  σαν να ενσαρκωνόμουν μέσα στον πόνο, σαν ο πόνος να με έκανε να ανακαλύπτω, ταυτόχρονα με το σώμα μου, και την ευθραυστότητά του, τη γύμνια του, την περατότητά του».

«…τη στιγμή που σε κρεμάνε, αισθάνεσαι να σπας, να διαμελίζεσαι για πάντα».

«…η προσωπική μου εμπειρία με δίδαξε ότι δεν είναι το θύμα αλλά ο δήμιος –αν γλιτώσει , αν επιζήσει και συνεχίσει τη ζωή του, έστω κι ανώνυμη και φαινομενικά ήρεμη- εκείνος που δεν θα ξανανιώσει ποτέ οικείο τον κόσμο, ό,τι κι αν ισχυρίζεται ο ίδιος, ό,τι κι αν παριστάνει».

 

«Καθόμουν, λοιπόν, στο μπαρ του «Λυτεσιά», και δεν περίμενα κανέναν. Ήθελα απλώς να αισθανθώ την ύπαρξή μου, να την υποβάλλω στη δοκιμασία. Κάποτε το «Λυτεσιά» ήταν ένα μέρος που έπρεπε να το  αποφεύγεις. Μιλάω για τα χρόνια της κατοχής, φυσικά».

Πρωτοπρόσωπη κυρίως αφήγηση, αναστοχασμός  με μια φιλοσοφική νότα της εμπειρίας του εκτοπισμού και  των βασανιστηρίων στο στρατόπεδο  συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ. Αντιστασιακή δράση, παράνομη κομμουνιστική δραστηριότητα, ανάμνηση νεότητας στον άξονα Παρίσι –Μαδρίτη-Πράγα σε χρονικό  μετατοπισμό των γεγονότων που σημάδεψαν τη μνήμη και χρωμάτισαν  την εμπειρία της γραφής του συγγραφέα.

2005 στο μπαρ «Λυτεσιά» ο συγγραφέας στρέφεται πίσω  σε γεγονότα που διασταυρώνονται -ως ιστορίες – με άλλα πρόσωπα στο χαρτί της Ιστορίας και  της αντίστασης κατά του ναζισμού και του φρανκισμού. Ονόματα, χώρες, αντιστασιακή μύηση, συμβουλές, πρόσωπα, συλλήψεις, βασανιστήρια, θάνατοι, επιβίωση,συναντήσεις, καταγραφές, μνήμη, είναι ψήγματα αυτού του έργου που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του συγγραφέα. Ημιτελές αφήγημα αναδιήγησης γεγονότων της ζωής  του Σεμπρούν,  που ως  Ζεράρ Σορέλ, ως Φεδερίκο Σάντσεθ,  κινείται στη Γαλλία ( ως τη σύλληψή του  -1943 από τη Γκεστάπο, τον εκτοπισμό και την  απελευθέρωση)και στην Ισπανία του Φράνκο και των κατοπινών εξελίξεων.Ο παράνομος μηχανισμός,  οι τεχνικές, οι συναντήσεις , οι συζητήσεις, καταγράφονται με τρόπο εμπειρικό με τη μορφή μιας προσωπικής  μαρτυρίας στο σύντομα αυτό αφήγημα σε ένα διαρκές χρονικό  πισωγύρισμα που συμπεριλαμβάνει τα ιστορικά γεγονότα του 20ου αιώνα.

Καλλιεργημένη γραφή με λογοτεχνικά στοιχεία σε υπόδειξη, με ύφος  βιωματικό, με μια αίσθηση ζωηρής αντίδρασης και νεανικού πάθους που αναφύεται  στη μνήμη από την ανασύνταξη  γεγονότων  ιστορικών που σημάδεψαν την ιστορία του κόσμου και την προσωπική ιστορία. Ένας μονόλογος  ηλικιωμένου άνδρα των επιλογών,  των συναντήσεων, των  αποκαλύψεων των δεινών και της αλήθειας. Κοφτές, σύντομες φράσεις, παρατηρητικότητα, εξομολογητικός τόνος μιας νεανικής τοπιογραφίας στην καρδιά των πόλεων,  όπου δρόμοι, πρόσωπα, ενέργειες και πράξεις πολιτικές,  άφησαν στίγματα μνήμης, ένα βλέμμα ερμηνείας του κόσμου.Γραφή και πραγματικότητα που υπαινίσσεται και τη μυθιστορηματική εκδοχή καταγραφής όταν οι Αμερικανοί απελευθερώνουν τους εξαθλιωμένους κρατούμενους του στρατοπέδου που κρατούν στα αδύναμα χέρια τους τα συγκεντρωμένα -κρυφά –όπλα βαδίζοντας προς τη Βαϊμάρη.

«…φτάνοντας από τη Μαδρίτη ή  το Παρίσι, η Πράγα μου πρόσφερε, πέρα από τη νοσταλγική και συγκλονιστική ομορφιά της, το θέαμα της γκρίζας σοσιαλιστικήςπραγματικότητας: γκρίζας στα ρούχα, στις βιτρίνες, στα πρόσωπα, στη διάθεση, στον επίσημο πολιτικό λόγο.Αυτό αρκούσε και με το παραπάνω  για να θέσεις στον εαυτό σου διάφορα ερωτήματα.Φτάνοντας όμως από τη Μόσχα, η Πράγα μου πρόσφερε, αντιθέτως, την ποικιλομορφία, έστω και σε παρακμή, τη λάμψη, έστω και σβησμένη, της Ευρωπαϊκής Δύσης».

Στο εισαγωγικό σημείωμα διαβάζουμε: «Ο άνθρωπος έφερε τις ουλές του τρόμου του 20ουαιώνα. Ένιωσε στο πετσί του τα μαγέματα και τα απομαγέματά του. Ελάχιστοι από τους μεγαλυτέρους μας θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι έζησαν ένα τόσο πυκνό πεπρωμένο».

Στο σημείωμα του Γάλλου εκδότη και με τα λόγια του συγγραφέα,  διαβάζουμε: «…Ασκήσεις επιβίωσης, όπου θα ανασυνθέτω τη ζωή, τη δική μου ζωή, σε συνάρτηση με το θέμα.Το πρώτο μέρος είναι ουσιαστικά έτοιμο και έχει να κάνει με την εμπειρία της Αντίστασηςκαι τη νιότη μου.Το θέμα πάνω στο οποίο αρθρώνεται είναι ένα θέμα για το οποίο ελάχιστα έχω μιλήσει, αλλά που τώρα το προσεγγίζω τόσο μέσω της βιωμένης εμπειρίας όσο και μέσω της σκέψης : τα βασανιστήρια».

«Οπωσδήποτε, είναι πάντα προτιμότερο να ξέρεις τι θα αντιμετωπίσεις, τι σε περιμένει. Οπωσδήποτε, είναι καλύτερο να μην τρέφεις αυταπάτες.Έτσι όμως δεν λύνεται το  πρόβλημα, επειδή το σώμα, αυτό , δεν ξέρει.Το σώμα δεν μπορεί να έχει πρωθύστερη εμπειρία, το apriori των βασανιστηρίων…τα βασανιστήρια είναι απρόοπτα, απρόβλεπτα στα αποτελέσματά τους, στις φθορές τους, στις συνέπειές τους πάνω στη σωματική ταυτότητα. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ούτε να προφυλαχτεί από μια πιθανή εξέγερση του σώματός του όταν, κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων, ζητά ευλαβώς-κτηνωδώς- από την ψυχή σας, από τη θέλησή σας,από το ιδεώδες σας  για το Εγώ σας, μια παράδοση άνευ όρων : ταπεινωτική, αλλά ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη».

«…Σιωπή από τη οποία γαντζώνεσαι, κρεμιέσαι σφίγγοντας τα δόντια, προσπαθώντας να δραπετεύσεις μέσω της φαντασίας ή της μνήμης από το ίδιο σου το σώμα, το άθλιο σώμα σου, αυτή η σιωπή είναι πλούσια με όλες τις φωνές, όλες τις ζωές που προστατεύει, που τους επιτρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν. Και έτσι η ύπαρξη του αντιστασιακού που βασανίζεται γίνεται μια ύπαρξη-για-τον-θάνατο, αλλά και μια ύπαρξη ανοιχτή προς τον κόσμο, που προβάλλεται πάνω στους άλλους: μια ύπαρξη-μαζί με, της οποίας ο ατομικός θάνατος, ενδεχόμενος, πιθανός, τρέφει τη ζωή».

«Από ένα παράθυρο του διαμερίσματος, στον πρώτο όροφο, στην πλατεία Σαν Χουάν ντε λα Κρουθ, έβλεπα το έφιππο άγαλμα του στρατηγού Φράνκο… Βρίσκομαι στο διαμέρισμα του Άνχελ Γκονζάλεθ, καλού ποιητή, καλού συντρόφου,  στη Μαδρίτη, στην πλατεία του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού. Είναι χειμώνας, αλλά ο ουρανός είναι γαλανός, έχει ένα έντονο και βαθύ μπλε χρώμα κάτω απ’ τον ήλιο, ένα μπλε ανιλίνης(ονομασία για το λουλάκι) και παιδικών χρόνων».

«Είχα διατηρήσει αυτή τη συνήθεια της παρανομίας: να προσέχω τα πάντα γύρω μου…τόσα χρόνια μετά, ακόμη και μέσα σε μια πρεσβεία,…διατηρούσα αυτή τη συνήθεια, ένα είδος εξαρτημένου αντανακλαστικού, μολονότι οι συνθήκες που το δημιούργησαν είχαν πάψει να υπάρχουν».

«Εμείς, από την πλευρά μας, δεν το προσέξαμε εκείνο το τζιπ. Εγώ, τουλάχιστον, δεν το πρόσεξα. Διασταυρωθήκαμε, κι αυτό ήταν όλο».

Χόρχε Σεμπρούν (JorgeSemprun) Μαδρίτη 1923- Παρίσι 2011.

Ασκήσεις Επιβίωσης
Εισαγωγή: Ρεζίς Ντεμπραί
Μετάφραση: Έφη Κορομηλά
Εκδόσεις Πόλις

γράφει η Άγγελα Μάντζιου