Στο θέατρο Αριστοτέλειο φέτος μεταφερόμαστε πολλά πολλά χρόνια πίσω, με παρέα τον Μέγα Αλέξανδρο. Ο τίτλος της παράστασης σαφής: “Το παραμύθι του μεγάλου Αλεξάνδρου” , προσδίδει ασφάλεια στους συντελεστές για την όποια μη-ταύτιση με την ιστορική αλήθεια. Μας το τονίζουν, άλλωστε, και στα δύο μέρη της παράστασης ότι βασίζεται εκτός από τα ιστορικά στοιχεία και σε μύθους και θρύλους σχετικούς με τον Αλέξανδρο αλλά και με τους τόπους όπου έφτασε. Πολύ μπλέξιμο όμως. Παρελθόν, παρόν, μέλλον περνούν αστραπιαία μπροστά από τα μάτια μας, χωρίς να έχουν τον χρόνο που τους πρέπει για να μας εντυπωθεί κάτι από το κείμενο ή κάποια εικόνα.
Το πρόβλημα ξεκινά από το κείμενο του Δημήτρη Αδάμη. Προσπαθώντας να τα πει όλα, τελικά βγαίνει ένα πολύ βεβιασμένο αποτέλεσμα, που δεν καταλαβαίνεις τι λέει το κείμενο, ενώ δεν υπάρχει και συνοχή μεταξύ των διάφορων σκηνών. Δεν θα σταθώ στην ιστορική αλήθεια των παρουσιαζόμενων, γιατί για το λόγο αυτόν προνόησαν κι έβαλαν στον τίτλο τη λέξη “παραμύθι” . Η σκηνοθεσία, πάλι του ιδίου, είναι ανύπαρκτη. Εξαιρετικά γρήγορες οι αλλαγές, δεν μάς μένει τίποτα στο τέλος. Ωραίο πράγμα είναι να χρησιμοποιείς τα λιγοστά μέσα που διαθέτεις για να κάνεις ό,τι μπορείς αλλά μέχρι ενός σημείου. Δεν είναι κάπως το να χρησιμοποιείς μια ηθοποιό για τον ρόλο του Βουκεφάλα; Όχι ότι αυτό ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα της παράστασης. Αναρωτιέμαι, επειδή το Αριστοτέλειο, έχει μηχάνημα για τεχνητό χιόνι θα πρέπει από εδώ και μπρος να πέφτει χιόνι στις παιδικές παραστάσεις που φιλοξενεί; Ακόμη κι αν είναι περιττό; Επίσης, δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να βγαίνει πριν από την έναρξη κάθε μέρους μια ηθοποιός και να μας εξηγεί τι θα δούμε. Μήπως έχουν αντιληφθεί κι οι ίδιοι ότι είναι δύσκολη η παρακολούθηση;
Ευχάριστη εικόνα ήταν τα σκηνικά της Πολυάννας Παρασκευά, ενδιαφέρουσες κατασκευές με ξύλο, αν και κάποιες (αυτό το ακαθόριστο πράγμα που λειτουργούσε και ως βιβλιοθήκη) ίσως έπρεπε να το χρησιμοποιούν λιγότερο, να μην ανεβαίνει επάνω ο Μ. Αλέξανδρος. Τα κοστούμια της Πέννυς Αμπλά και του Δημήτρη Αδάμη ήταν κιτς, όπως και το τελικό αισθητικό σύνολο της παράστασης. Γκρι ρούχα για φάμπρικα; Φαρδιά ρούχα για ευκολία; Φτερά και πούπουλα; Μόνο το φόρεμα της Ολυμπιάδας είχε ενδιαφέρον και ταίριαζε στο κλίμα, τα άλλα έδειχναν πρόχειρη δουλειά. Την κίνηση επιμελήθηκε ο Σταύρος Αποστολάτος. Η μουσική ήταν παλαιϊκή, θύμιζε λίγο μουσικές της δεκαετίας του 1980 και δυστυχώς δεν μπόρεσα να μάθω ποιος τη συνέθεσε. Τα δύο τελευταία τραγούδια πάντως – τα μόνα που στέκονται κιόλας- είναι της Τατιάνας Ζωγράφου και την ενορχήστρωση έκανε ο Γιώργος Κωνσταντινίδης. Το πιο παράξενο είναι ότι σε μια παράσταση που δεν φαίνεται πουθενά σχεδόν το χέρι του σκηνοθέτη, εκτός ίσως από όταν μετατρέπει κάποια αντικείμενα σε άλλα αντικείμενα, υπήρχαν δύο βοηθοί σκηνοθέτη, ο Άρης Βέβης κι η Αναστασία Μπάρκα.
Στο ρόλο του μεγάλου Αλεξάνδρου ο Κωνσταντίνος Μυλωνάς. Θα ήθελα να σημειώσω την παρατήρησή μου ότι κρατά το σώμα του δεμένο, σφιγμένο, δεν λύνεται. Όπως και όλοι οι άλλοι, και δυστυχώς όπως και όλοι που παίζουν σε παραστάσεις για παιδιά, αρκετά υπερβολικό παίξιμο. Ο Πέτρος Παπαζήσης έδειξε ότι έχει κωμικό ταλέντο, του δόθηκαν άλλωστε και αβανταδόρικοι ρόλοι. Φαινόταν να διασκεδάζει περισσότερο απ’ όλους στη σκηνή. Ο Ιωάννης Κοντέλλης έχει ένα μικρό πρόβλημα με την άρθρωσή του, αλλά δεν ήταν κακός γενικά στο ρόλο του Ηφαιστίωνα. Ο Νικόλας Κλωντήρας, εξαιρετικά υπερβολικός και δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί το σώμα του κινησιολογικά. Η Πέννυ Γραικού, χόρευε κι έπαιζε, φαίνεται να είναι δοσμένη σ’ αυτό που κάνει αλλά μέχρι εκεί. Η Ντέπυ Ασληχανίδου, εξαιρετικά υπερβολική γενικώς, στο ρόλο της Ολυμπιάδας ειδικά, δεν μπορούσε να πείσει. Η Έφη Σισμανίδου μια χαριτωμένη παρουσία.
Φεύγεις από τέτοιες παραστάσεις και σχεδόν στεναχωριέσαι γιατί σίγουρα θα μπορούσε να είχε γίνει και καλύτερο, ή να το είχαν ανεβάσει πιο έτοιμο, να είχαν δουλέψει περισσότερο το κείμενο…Δύσκολο το θέατρο για παιδιά.