Το βουνό των πελαργών, Μίροσλαβ Πένκοφ

Written by

Μίροσλαβ Πένκοφ
Το βουνό των πελαργών
Μετάφραση: ‘Ακης Παπαπντώνης
Εκδόσεις Αντίποδες

Μυθιστόρημα νόστου το βιβλίο «Το βουνό των πελαργών», πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα Μίροσλαβ Πένκοφ του οποίου η συλλογή διηγημάτων «Ανατολικά της Δύσης», κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε ένα κράμα πραγματικότητας και φαντασίας, μύθων, θρύλων και Ιστορίας, διηγήσεων,  βιωμάτων  και αναμνήσεων, συσχετισμών και αναλογιών, εθίμων,  θρησκειών  και γιορτών, στη γραμμή αίματος γενεών, προσώπων  και λαών, όπως αναδεύονται στις φωνές του μυθιστορήματος και στους παραλληλισμούς της ζωής  των ανθρώπων και των σχέσεων που εξυφαίνονται ανάμεσά τους.

Η επιστροφή  του νεαρού φοιτητή με σκοπό να πωληθεί η  γη  που ανήκει στην οικογένειά του- προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του στην Αμερική όπου και ζει με τους γονείς του- είναι η αφορμή ενός ταξιδιού στον χάρτη  των παιδικών  αναμνήσεων και στο τοπίο των γεγονότων  και των συμβάντων  της Ιστορίας και των θρύλων  που έθρεψαν την παιδική ηλικία του και  διαμόρφωσαν την ταυτότητά του.

Η επιστροφή  στην πατρίδα,  αναζητώντας τα ίχνη του παππού του, θα τον οδηγήσει σε έναν μυθικό χώρο στον ορεινό όγκο της Στράντζας, στο σύνορο κρατών,  λαών, εθνών και αρχαίων πολιτισμών, στην καρδιά ιστορικών συμβάντων και στον απόηχο φωνών όσων υπήρξαν κάποτε ο κόσμος  εκεί στο όριο φαντασίας και πραγματικότητας.

Τα χρονικά άλματα από το παρελθόν στο παρόν και αντίστροφα καθώς και  η έκθεση των διαφορετικών εκδοχών σε παραλληλισμούς ιστοριών και επιλογών, βασίζονται σε μια σύγκλιση ταυτίσεων των προσώπων, η οποία αποκαλύπτεται  σταδιακά στον σφυγμό του αίματος και των συγγενικών δεσμών. Οι δεσμοί αίματος, σε συνεχή αναψηλάφηση,  κρίνονται κάτω από το φως καταστάσεων ρητών και άρρητων, υπό το βάρος γεγονότων που αναδεύονται  στοιχειοθετώντας τις  προσωπικές μνήμες.

Η σχέση του αίματος, όπως αυτή του παιδιού με τον παππού του, θα δοκιμαστεί ποικιλοτρόπως, στην τρυφερότητα, στο ενδιαφέρον, στην απορία και στην έκπληξη, στην επαναδιαπραγμάτευση, στην άρνηση, στην απόρριψη, στην αποδοχή, στην κατανόηση.

Παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα ξεδιπλώνεται και ένας κόσμος μαγικών θρύλων, δοξασιών και μύθων- ατομικών και συλλογικών-  σε ένα πλέγμα πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων και συνθηκών ζωής  μιας κοινωνίας περασμένων αιώνων και εποχών, με χαρακτηριστικά που επιβιώνουν  ως τις μέρες μας.

Το έθιμο της πυροβασίας, η επιστροφή και αναχώρηση των πελαργών, η έξαψη και ο πυρετός της συμμετοχής στον παγανισμό της  γιορτής, η υπέρβαση των ορίων, γίνεται ο καμβάς ανάπτυξης των ιστοριών, στο πλαίσιο μιας αταβιστικής ιστορίας αγάπης- η οποία εκτυλίσσεται  παράλληλα αν και σε διαφορετικό χρόνο-   στο πεδίο της ταύτισης, της λήθης και της ανάμνησης,  στον πόνο της ενηλικίωσης και της γνώσης.

Με  την θέρμη των αναμνήσεων και την βιωματική ένταση καταγράφεται ο προσωπικός αγώνας και το συλλογικό αίτημα μιας κοινωνίας πρωτόγονης, παράδοξης και πολυεπίπεδης στον κύκλο του χρόνου  και στον διασκελισμό των γενεών.

Πρόσωπα, θρησκείες, λαοί και εθνότητες, ορδές κατακτητών, γεγονότα και συμβάντα, μυστικά,  πολιτικές κοινωνικές-οικονομικές ιδιαιτερότητες, συγκυρίες και ιδιοσυγκρασίες φυλών και ανθρώπων καθώς  και η στάμπα των εποχών, αναδύονται με  ζωηρές εικόνες και περιγραφές, μέσα από  ένα κρυφό κριτικό  χιούμορ,  διφορούμενους διαλόγους, τεχνάσματα αναδιηγήσεων και  συνδυασμούς φανταστικών και πραγματικών καταστάσεων.

Λεπτή παρατηρητικότητα, συγκρίσεις και  μια ποιητική περιγραφή του τοπίου και των ανθρώπων του, διακρίνονται στα επτά  μέρη του βιβλίου με  τα αριθμημένα κεφάλαια. Η μυθοπλασία, αν και αδύναμη σε κάποια σημεία και με επαναλαμβανόμενα μοτίβα, βασίζεται στο σχήμα της εικόνας του εθίμου της πυροβασίας και της περιοδικής εμφάνισης των πελαργών καθώς και στη σχέση του αίματος της συγγένειας και του έρωτα πέρα και πάνω από θρησκείες και εθνότητες.

Ο  αφηγητής αξιοποιεί το βιωματικό υλικό  για να μιλήσει για την αναζήτηση, την ανάμνηση, το πείσμα,  την εξέλιξη, την διάψευση, την λήθη («Ζαμπράβα»), την ταυτότητα. Παράλληλα αναδεικνύονται επιμέρους θέματα καθοριστικής σημασίας, όπως η γλώσσα και οι σημασίες των λέξεων  σε συγκριτικό και συγκρητικό πλαίσιο.  Στους  ήχους της γλώσσας που αλλάζει όπως και τα ονόματα των προσώπων αναζητώντας νέα ταυτότητα, ακούει τις φωνές της πικρής  νοσταλγίας της ατομικής και συλλογικής συνείδησης  της Ιστορίας της πατρίδας του.  Με  το μοτίβο της μουσικής, των γιορτών, των πέπλων του παρελθόντος στον απόηχο  των ιστοριών  των ανθρώπων, αφουγκράζεται την δύναμη και  τις αντιφάσεις της ζωής, στην αέναη μεταβολή και ανασύνθεση του κόσμου.

Οι δυνατές εικόνες του τοπίου δίνονται στον ευμετάβλητο  κύκλο των εποχών του  χρόνου και των χρόνων της Ιστορίας των ανθρώπων, στο όριο μετατοπισμού  των συνόρων, εντός και εκτός του τόπου  που έλαχε να τους δοθεί ως γη, σύνορο και πατρίδα.

Αποσπάσματα:

« Με κάθε λέξη τα σύνορα κατέρρεαν · οι επικράτειες των καρδιών μας επεκτείνονταν, αλληλεπικαλύπτονταν και γίνονταν μία. Η επιθυμία του παππού ήταν και δική μου. Η δική μου λύπη είχε γίνει δική του. Κι εκείνο το χαμένο νεανικό κουράγιο του έρεε τώρα ζωντανό στο αίμα μου, παράτολμο, ανήμερο, ανίκανο να ξεθωριάσει». Σελ. 308  ΔΕΚΑΟΚΤΩ

« Με μάτια κλειστά, ονειρευόμαστε. Και  ποιος μπορεί να πει τι θα συμβεί όταν ανοίξουμε  τα μάτια μας; Και ποιος μπορεί να πει πως δεν είμαστε ακόμη εδώ, γύρω από εκείνο το τραπέζι της κουζίνας, να ονειρευόμαστε;» Σελ.  457 ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ

« Στεκόμασταν πάνω σ’ ένα ρημαγμένο φρούριο και κάτω από τα πόδια μας, στην κοιλάδα, χίλιοι λευκοί πελαργοί κροτάλιζαν τα ράμφη τους. Χίλιες ανεμογεννήτριες γύριζαν τους έλικές τους σε τακτικές κι ατέλειωτες σειρές». Σελ. 147 ΔΕΚΑ

«Ακουμπούσε στο στήθος μου και καθόμασταν έτσι μαζί, στο όνειρό μου, και κοιτούσαμε τους μαύρους πελαργούς να πετούν». Σελ.382 ΤΕΣΣΕΡΑ

« Εκείνη γέλασε. « Όταν με κοιτάζουν οι θνητοί στο πρόσωπο, βλέπουν ένα ποτάμι». «Εγώ βλέπω ένα κορίτσι», είπε εκείνος».  Σελ. 149 ΕΝΤΕΚΑ

 « Mπορούσα να δημιουργήσω έναν ολοκαίνουργιο κόσμο για εκείνη. Έναν κόσμο στον οποίο το γραφείο θα ήταν μήλο, το μήλο παράθυρο, κι εκείνη δεν θα είχε τρόπο να το γνωρίζει. Θα έπρεπε να με πιστέψει. « Κάν’ το», είπε ένα βράδυ. « Φτιάξε μου έναν καινούργιο κόσμο».

«Πώς το λένε αυτό;» είπε και διέτρεξε με τα δάχτυλά της την κουβέρτα.

«Ωκεανό», είπα εγώ, την πρώτη λέξη που μου ήρθε στο μυαλό.

 Έτσι, τράβηξε τον ωκεανό ως τα πιγούνια μας, με την άμμο και τους υφάλους του, τις σπηλιές, τα βυθισμένα πλοία, τους χαμένους θησαυρούς, τους καρχαρίες, τις φάλαινες, τα δελφίνια και το πλαγκτόν.

«Κι αυτό;» είπε εκείνη κι έπιασε μια τούφα από τα μαλλιά της.

«Ποτάμι».

Ακούμπησα τα χείλη μου στα νερά του, που ήταν δροσερά και με νανούριζαν.  Πόσο εύκολο ήταν να αλλάξεις τον κόσμο. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ν’ αλλάξεις τον τρόπο που τον βλέπεις». Σελ. 374 ΔΥΟ

 

« Το κόμμα άρχισε να αλλάζει ξανά τα ονόματά μας τη χρονιά που γεννήθηκα. Το 1984. Μέσα σε ένα χειμώνα άλλαξαν ένα εκατομμύριο ονόματα. Το δικό μου το άλλαξαν όταν ήμουν δύο».  Σελ. 331 ΕΞΙ

« Και δεν ήξερα τότε πως οι αναστενάρηδες και οι πελαργοί ήταν δεμένοι με έναν ιερό δεσμό, πως ήταν ένα». Σελ. 115 ΠΕΝΤΕ

« Ο κατάλογος των ονομάτων δεν τελειώνει ποτέ. Σαν ποτάμι, σαν άνεμος, σαν φλόγα αλλάζει διαρκώς σχήμα. Κάτω όμως από αυτό το σχήμα, πάντοτε ρέει νερό, ρέει αέρας, ρέει φωτιά». Σελ. 450 ΔΕΚΑΟΚΤΩ

« ‘Ένα παράξενο ρίγος απλώθηκε στο σώμα μου. Το αίμα μου έβραζε και μετά πάγωσε μέσα σε μια στιγμή. Όλος ο θυμός και όλος ο πόνος είχαν χαθεί, και μέσα μου είχε απομείνει μόνο ένα κενό.  Εκείνη τη στιγμή δεν ένιωθα λύπηση που  έβλεπα αυτόν τον ηλικιωμένο άντρα να έχει καταρρεύσει. Κι όταν τελικά  έδιωξα το χέρι του μακριά, δεν έκανε ξανά να με αγκαλιάσει». Σελ. 429 ΕΝΤΕΚΑ

«Τα πάντα ήταν σιωπή. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, άκουγα το ίδιο μου το αίμα να μιλάει για τον παππού». Σελ. 430 ΔΩΔΕΚΑ

« Βλέπεις τώρα αυτό που είδα κάποτε;» Σελ. 303 ΔΕΚΑΕΞΙ

«Το δέρμα του ήταν ένας ζωντανός χάρτης όλων των εξεγέρσεων». Σελ.259 ΕΞΙ

« Μου φαινόταν πως είχε εξομολογηθεί το παρελθόν  σε μια προσπάθεια να το ξεχάσει. Όμως η σπίθα που είχε ανάψει και πάλι είχε γίνει φλόγα, και η φλόγα φωτιά. Η φωτιά μαινόταν όλη νύχτα κι έκαιγε τα χρόνια ένα ένα. Και τώρα, ο παππούς μου ήταν εδώ, μα ήταν επίσης και πίσω στα χρόνια της νιότης του, παγιδευμένος εκεί, υποχρεωμένος να τα ξαναζήσει». Σελ. 432 ΔΩΔΕΚΑ

« Δεν κατάλαβε αμέσως τι ήταν αυτό που είχα βάλει στην παλάμη του. Το παρατήρησε στο τρεμοφέγγισμα της λάμπας. Ένα μικρό σπιρτόκουτο. Μέσα είχε λίγο χώμα, τη γη που μας είχε επιστραφεί, το χώμα που μου είχε στείλει με το ταχυδρομείο πριν από τόσα χρόνια. Το είχα  φέρει εδώ μαζί μου, αλλά είχα ντραπεί να του το δείξω.

« Δεν έχουμε  νάμα να πιούμε», είπα.  Γέμισα μια κούπα με νερό, έριξα μέσα το χώμα. Ανακατεύονταν αργά, κλωστές χώματος να διαλύονται σαν ρίζα που διακλαδίζεται προς κάθε κατεύθυνση. «Μα αυτό θα φτάσει».

Με μια γουλιά ο καθένας, ήπιαμε τη γη μας, τους παππούδες μας, τους νεκρούς μας. Και ήμασταν πια έτοιμοι για τη φωτιά». Σελ. 446 ΔΕΚΑΕΠΤΑ

cityculture.gr / Το βουνό των πελαργών /  κριτική βιβλίου Άγγελα Μάντζιου