Με αφορμή την παράσταση «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» από το Θέατρο του Άλλοτε που παρουσιάζει στο Μπενσουσάν Χαν Εδέσσης 6 (‘Ανω λαδάδικα), η πρωτοπόρος σκηνοθέτης Βαρβάρα Δουμανίδου συνομίλησε μαζί μας και απάντησε στις ερωτήσεις του thessaloniki-portal.gr
Ποια είναι η υπόθεση του έργου ; Το έργο γράφτηκε το 1936. Η ιστορία της Μπερνάρντα ‘Αλμπα είναι αληθινή και είναι κομμάτι της παιδικής ηλικίας του Λόρκα. Όταν στη γειτονιά του, μια γυναίκα με το όνομα Φρανσκίτα ‘Αλμπα χήρεψε, αποφάσισε να κλείσει τις κόρες της μέσα στο σπίτι. Στη προσπάθεια της να αποκλείσει εντελώς τον έξω κόσμο στις νεαρές κοπέλες κάρφωσε τα παράθυρα και κήρυξε βαρύ πένθος. Ο Λόρκα χρησιμοποίησε την ιστορία της για να γράψει μια αλληγορία πάνω στον φασισμό. Αυτό ήταν και το τελευταίο του έργο. Τον Αύγουστο του 1936 οι φασίστες του Φράνκο τον δολοφόνησαν. Το έργο ζει και αναπνέει μέσα από κλειστούς τοίχους και πόρτες. Μέσα από διάφανα σώματα και μάτια. Τίποτα δεν μένει κρυφό κάτω από το αυστηρό και σκληρό βλέμμα της Μπερνάρντα. Τίποτα δεν μένει ατιμώρητο αν δεν υπακούει στους κανόνες της δικτατορίας της. Πέντε γυναίκες λοιπόν δέσμιες της φριχτής πραγματικότητας που τους επιβάλλει η τυραννική μητέρα τους. Χωρίς αέρα, χωρίς κοινωνική ζωή. Χωρίς έρωτα. Χωρίς αγάπη. Μόνες. με μοναδική συντροφιά η μια την άλλη. Βουτηγμένες στη σιωπή, τη ζήλια, την αντιπάθεια, και την οργή. Και στο κέντρο όλων αυτών η παρουσία ενός άνδρα. Ή μάλλον η απουσία του.
Για ποιο λόγο επιλέξατε ν’ ανεβάσετε τώρα το συγκεκριμένο έργο; Το έργο είναι μια αλληγορία πάνω στο φασισμό. Έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για επίκαιρα έργα στο θέατρο αλλά αυτό έρχεται σε μια εποχή, σε μια στιγμή που ο φασισμός μας τριγυρίζει επικίνδυνα. Είναι μέσα στη ζωή μας καθημερινά. Στα σχολεία, στη δουλειά, στο γραφείο, στους δρόμους, στις παρέες, στα ζευγάρια, στο κράτος και κυρίως στην οικογένεια. Ο φασισμός είναι κομμάτι της φύσης μας. Είναι το πιο εύκολο πράγμα να μη προσπαθήσεις να καταλάβεις και να νιώσεις τον δίπλα σου και να προσπαθήσεις να του επιβάλλεις τη γνώμη σου με οποιοδήποτε κόστος. Μόνο και μόνο επειδή εσύ πιστεύεις κάτι πολύ συγκεκριμένο. Και για έναν ανεξήγητο λόγο νομίζεις πως οφείλει να το πιστεύει και ο διπλανός σου. Ο λόγος λοιπόν που διάλεξα αυτό το έργο ήταν καθαρά κοινωνικός. Μένουμε με τα χέρια δεμένα περιμένοντας να μας τα λύσει κάποιος άλλος. Αλλά το ξέρουμε πως δεν είναι έτσι. Απλά εθελοτυφλούμε και μερικές φορές βαριόμαστε. Αλλά αν δεν κάνουμε κάτι ο καθένας ξεχωριστά ο φασισμός θα χτυπήσει και τη δική μας πόρτα. Ας ξεπλύνουμε λοιπόν πρώτα τη δική μας αυλή.
Είναι ένα έργο πολύ γνωστό, που έχει παιχτεί αρκετές φορές. Αυτό έχει και θετικές και αρνητικές όψεις. Τι διαφορετικό είναι αυτό που προσπαθείτε να κάνετε εσείς μέσα απ’ αυτήν την παράσταση; Η αλήθεια είναι πως ήταν πρόκληση για μας να ασχοληθούμε με ένα τόσο γνωστό έργο. Και μια δοκιμασία. Τέτοιες προσπάθειες έχουν το ρίσκο πως έχουν παιχτεί από ιερά τέρατα του θεάτρου και έχουν δοκιμαστεί τα πάντα. Αλλά για αυτό είναι μαγικό το θέατρο. Γιατί πάντα έχει κάτι παραπάνω να δώσει. Σου προσφέρει δρόμους και μονοπάτια, σου ανοίγει πόρτες που δεν έχουν ανοιχτεί και σε καλεί να μπεις μέσα και να εξερευνήσεις. Να δοκιμάσεις και να αποτύχεις. Να κάνεις αυτό που θέλεις και να σε επιβραβεύσει. Εμείς έχουμε πειράξει λίγο το τέλος μετά το τέλος του έργου. Δηλαδή εκεί που κανονικά θα υπήρχε το χειροκρότημα, τα πάντα αλλάζουν, τα πάντα καταρρέουν. Επιλέγουμε μια διαφορετική οπτική πάνω στη τυραννία και τον φασισμό. Γινόμαστε μαζί με τους θεατές ένα και ανακαλύπτουμε μια διαφορετική κατεύθυνση. Και αυτό είναι που μας δίνει μια άγρια χαρά. Μια ανίκητη επιθυμία για ζωή.
Μετά τον “Φόβο” και τον “Κάτω κόσμο” είδαμε πως το Θέατρο του Άλλοτε καταπιάνεται με θέματα που ενεργοποιούν άμεσα τον συναισθηματικό κόσμο και τις αισθήσεις των θεατών. Πώς θα συμβεί αυτό “Στο Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα”; Διαλέξαμε να ανεβάσουμε τη παράσταση αυτή όπως επιλέγουμε να ανεβάζουμε όλα μας τα έργα. Επιθυμία μας είναι να δημιουργούμε για τον θεατή μια απτή πραγματικότητα. Να ανοίγει η πόρτα του θεάτρου και να μεταφέρεται σε μια άλλη εποχή. Στη συγκεκριμένη παράσταση, να μπαίνει στην ανδαλουσιανή ύπαιθρο και να γίνεται μούσκεμα από τη ζέστη. Να μυρίζει το τσάι τις λεμονάδες και τη σούπα. Να ακούει τα τζιτζίκια τα σκυλιά και τους αέρηδες.. Να γίνεται κομμάτι της ιστορίας, να αναπνέει την αγωνία του ηθοποιού, να αισθάνεται το παγωμένο βλέμμα του κακού, να θυμώνει με το φασισμό και την τυραννία, να τρέμει με την απόγνωση των ηρωίδων, να συμπάσχει, να δακρύζει να πολεμά και να ξεσηκώνεται. Αν όλα αυτά αγγίξουν τον θεατή έχουμε πετύχει. Αν όχι απλά κάναμε αυτό που θέλαμε..
Πείτε μας δύο λόγια για την ομάδας σας, για το “Θέατρο του Άλλοτε”. Το Θέατρο του ‘Αλλοτε είναι μια ανοιχτή ομάδα πειραματισμού και σκοπός του είναι ένα πιο ρεαλιστικό και συναισθηματικό θέατρο. Χωρίς φόρμες και αισθητικά μοτίβα. Με καινούργιες έννοιες θεατρικές και μη. Με απόλυτα δικαιολογημένους χαρακτήρες και ρόλους. Με πραγματικούς χρόνους και τόπους. Ο θεατής μόνο όταν συμπάσχει αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα αυτού που βλέπει. Όταν γίνεται μέλος της κατάστασης και όχι απλός παρατηρητής. Εδώ και χρόνια αφήναμε τις περισσότερες αισθήσεις μας στο σπίτι όταν πηγαίναμε να παρακολουθήσουμε θέατρο. Στο Θέατρο του ‘Αλλοτε ελπίζουμε να το αλλάξουμε αυτό. Θέλουμε να βλέπουμε, να μυρίζουμε, να ακούμε, αλλά κυρίως να νιώθουμε.
Πώς είναι η ζωή στη θεατρική Θεσσαλονίκη για τις ομάδες; Πώς την βιώνετε; Η ζωή στη θεατρική Θεσσαλονίκη είναι ικανοποιητική . Αφήνει χώρο για να αναπτυχθούν ομάδες και ο κόσμος της πόλης στηρίζει οποιαδήποτε προσπάθεια έρχεται με ειλικρίνεια και σεβασμό σε αυτό που κάνει. Δεν θα μιλήσω για δυσκολίες. Δυσκολίες αντιμετωπίζει οποιαδήποτε ομάδα ασχολείται με το θέατρο και τις τέχνες γενικότερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Εμείς από τη μεριά μας οφείλουμε στο θεατή. Οφείλουμε να κάνουμε τη δουλειά μας με πίστη αφοσίωση και αγάπη. Θα έλεγα πως η ανταμοιβή μας είναι το χειροκρότημα αλλά δεν είναι ούτε αυτό μια και επιλέγουμε συνήθως τα φινάλε μας να είναι διαφορετικά από τα συνηθισμένα. Ανταμοιβή μας είναι να έρχονται θεατές στα επόμενα έργα μας λέγοντας μας: ναι σας ξέρουμε.. για αυτό ερχόμαστε.