Όταν το παιχνίδι ρόλων από εκπαιδευτική τεχνική μετασχηματίζεται σε πραγματικότητα, όταν ο ρόλος ξεπερνά την προσωπικότητα, τότε τα αποτελέσματα είναι ανεξέλεγκτα, ολέθρια, απρόβλεπτα.
Δύο ξένοι-άνδρας και γυναίκα- σε ένα νυκτερινό τραίνο, με φόβους λόγω του σκότους από τη διακοπή ρεύματος, αποφασίζουν να παίξουν ένα παιχνίδι, για να εξορκίσουν τον φόβο τους και να περάσουν την ώρα τους.
Το παιχνίδι όμως είναι σκληρό, οι ρόλοι ασυνήθιστοι, το πάθος και των δύο για ευρηματικότητα και ρεαλισμό είναι έντονο.
Η πραγματικότητα περιπλέκεται με το θέατρο, οι ρόλοι με τους χαρακτήρες, η πλοκή του έργου γίνεται συναρπαστική, οι θεατές αδημονούν.
Ο άνδρας υποδύεται τον Μένγκελε, η γυναίκα την Εσθήρ, ο πρώτος σε ρεσιτάλ αυτοθαυμασμού, στην απόλυτη τρέλα του μεγαλείου, πιστεύει ότι είναι ο Θεός, ο σωτήρας της ανθρωπότητας, ο άνθρωπος που πρόσφερε στο Άουσβιτς τα πάντα, η δεύτερη του επιτίθεται με μανία, με μίσος, τον καταγγέλλει για θηριωδίες, τον θεωρεί κτήνος.
Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, με τη βυζαντινή έξοχη χροιά της φωνής του, το πειστικότατο ερμηνευτικό του ταλέντο, απογείωσε ένα εξαιρετικό έργο του Θ. Τριαρίδη, το έφθασε στα ουράνια, ανταποκρινόμενος σε δύο πρόσωπα, του επιβάτη του τραίνου και του Μέγκελε, πατώντας αριστοτεχνικά τις γραμμές που χωρίζουν τους δύο ρόλους.
Η Μυρτώ Αλικάκη, ώριμη όσο ποτέ, πέτυχε να συνθέσει ένα υπέροχο ντουέτο με τον συνεπιβάτη της, επηρεάσθηκε τόσο από τον ρόλο της Εσθήρ, που τον πλήρωσε με την ζωή της.
Οι διαχωριστικές γραμμές πραγματικότητας και μυθοπλασίας είναι πολλές φορές δυσδιάκριτες, οι δε συνέπειες μόνο δυσάρεστες αποβαίνουν.
Η σκηνοθεσία του Κ.Φιλίππογλου προσεγμένη, το κοινό επευφήμησε τους συντελεστές
της παράστασης, που συνιστούμε ανεπιφύλακτα
κριτική από τον Βαγγέλη Ραφτόπουλο