Θα σε πάρω να φύγουμε – στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης – κριτική

Written by

Κριτική από τον Βαγγέλη Ραφτόπουλο

Και μόνο που οι συντελεστές της παραπάνω επιθεώρησης προσπάθησαν να αναστήσουν ένα νεκρό είδος- στο οποίο ασελγεί μονίμως ο κ. Σεφερλής- είναι άξιοι συγχαρητηρίων.

Έχει αρκετές δεκαετίες που στις μεσογειακές χώρες που ήκμασε η επιθεώρηση, έχει εγκαταλειφθεί σχεδόν τελείως, όπως άλλωστε και στην Ελλάδα. Είναι σχεδόν αδύνατο να μιμηθεί κανείς σπουδαίους κωμικούς-σε αυτό το σημείο η παράσταση υστερεί- όμως μας άφησε άφωνους η ερμηνεία των τραγουδιών, ειδικά από τις κυρίες Τρύπη και Κεφάλα.

Η δύσκολη επιλογή των κομματιών από τον κ. Πυριόχο, που προσπάθησε σε 3 ώρες να χωρέσει επιθεωρήσεις 35 ετών με επιτυχία, τα πλούσια σκηνικά και  τα 300 αντιπροσωπευτικά της κάθε εποχής κοστούμια της κ. Νάθενα, οι χορογραφίες και η σκηνοθεσία του κ. Ευαγγελινού, οι συνθέσεις του κ. Κατσαρού ήταν αξιοσημείωτα σημεία που λάμπρυναν την παράσταση.

Οι πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές, η μετατροπή του αγροτικού τοπίου σε αστικό, η Γερμανική κατοχή, ο εμφύλιος , οι αριστεροί και οι δεξιοί, διατρέχονται μέσα από την ιστορία της επιθεώρησης, με τρόπο γλυκό και αποδεκτό.

Ο κ. Λουδάρος  στην πιο εντυπωσιακή και πληθωρική ερμηνεία της ζωής του-υποδυόμενος την γιαγιά επιθεώρηση- μας εξέπληξε ευχάριστα, η χάρη και η φινέτσα του δε  έγραψαν στην σκηνή.

Ο κ. Καπουτζίδης προσπάθησε στον ρόλο του κομπέρ, αλλά ασφαλώς χρειάζεται βελτίωση. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί διακρίθηκαν περισσότερο σαν τραγουδιστές και χορευτές, με δεδομένο ότι τα δυνατά σημεία των επιθεωρήσεων-  οι διάλογοι- εδώ ήταν μάλλον υποτυπώδεις.

Η  παράσταση δεν διεκδικεί  δάφνες ποιότητας, όμως η ανταπόκριση του κοινού ειδικά στα τραγούδια ήταν ένθερμη. Σίγουρα ο κόσμος για 3 ώρες πέρασε ευχάριστα και ο σκοπός της παράστασης επιτεύχθηκε.

-Αξίζει λοιπόν να την δούμε όλοι , σαν αντίδοτο στην κρίση και την κατάθλιψη.