Εμίλια Πάρδο Μπαθάν – ένα πασχαλινό διήγημα

Written by

Η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν (Emilia Padro Bazanγεννήθηκε στην La Koruna της Ισπανίας το 1851. Από παιδική ηλικία φανέρωσε την κλίση της στην λογοτεχνία με αναπτυγμένη μάλιστα κριτική σκέψη. Στο συγγραφικό της έργο συγκαταλέγονται μυθιστορήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα, κριτικές λογοτεχνίας, μεταφράσεις, βιογραφίες κα. Εισήγαγε το ρεύμα του νατουραλισμού στην Ισπανική λογοτεχνία. Υπερασπίστηκε τα δικαιώματα των γυναικών, ιδιαίτερα στον τομέα της μόρφωσης. 

Cuentos de amor ( Παραμύθια της αγάπης), La Quimera ( Η Χίμαιρα), La dama joven (Η νεαρή κοπέλα), Dulce dueno ( Γλυκό αφεντικό) είναι μερικοί τίτλοι από τα έργα της.

Το διήγημα 

Στο πασχαλινό τεύχος της Εστίας το 1956, δημοσιεύεται το διήγημα Διψώ της κόμισσας Bazan σε μετάφραση της Ά. Κλωντια. Μία μυθοπλασία με πρωταγωνίστρια την Μαρία Μαγδαληνή κάτω από το Σταυρό, να προσπαθεί να ικανοποιήσει την δίψα του Εσταυρωμένου Χριστού.

Είναι εκπληκτικό πώς σε λίγες σειρές μπορεί κάποιος να αποτυπώσει τόσες δυνατές εικόνες και μηνύματα. Εξαιρετικό νατουραλιστικό δείγμα, ίσως και με κάποιο άρωμα γοτθικού ρομαντισμού. Μία σκοτεινή Μαγδαληνή να παλεύει με τους δαίμονες τους παρελθόντος της. Αντιμετωπίζει τις Ερινύες του παρόντος, για να βρει την τελική ψυχική κάθαρση «ρευστοποιώντας» το συναίσθημα και τη λογική.

Τολμηρό εγχείρημα για τα δεδομένα της εποχής της και της χώρας της, η Εμίλια Πάρδο Μπαθάν μεταφράζει ή αναπλάθει ή εμπνέεται από μία διήγηση – η οποία σύμφωνα με την υποσημείωση στο περιοδικό Εστία, βρέθηκε στα κατάλοιπα κάποιου ραβίνου που έγινε Χριστιανός – για να παρουσιάσει πρωτίστως τη γυναίκα αλλά και να την απενοχοποιήσει. Το θρησκευτικό στοιχείο είναι φυσικά διάχυτο.
Μιας και πλησιάζουν οι άγιες ημέρες του Πάσχα, μπήκα στον πειρασμό να το μοιραστώ μαζί σας.

“ΔΙΨΩ” της Εμίλια Πάρδο Μπαθάν

“ Όταν απάνω απ’το Σταυρό ο Χριστός ανοίγοντας το κατάστεγνο στόμα, επρόφερε την πιο οδυνηρή απ’τις επτά επικλήσεις, η Μαρία η Μαγδαληνή που, μουδιασμένη από τον πόνο….στ’άκουσμα του “Διψώ” ρίγησε, και σπρωγμένη από τη συμπόνοια που την κυρίευσε ολόκληρη, ξαναβρίσκοντας την ενεργητικότητά της, έτρεξε να φέρει νερό για να σβήσει τη δίψα του ετοιμοθάνατου Κυρίου.

‘Ηξερε η Μαγδαληνή ότι κάπου εκεί κοντά, ανάμεσα στα βράχια, βρισκόταν μία πηγή κρυστάλλινου νερού. Δανείστηκε μία πήλινη γαβάθα από κάποιον που στεκόταν ανάμεσα στο πλήθος των Ιεροσολύμων πουχαν περικυκλώσει το Σταυρό, και τράβηξε ίσια στην κρυμμένη πηγή….

Πιο λαμπερό και από το κρύσταλλο ξεπηδούσε το νεράκι απ’το χορταριασμένο άνοιγμα κι έτρεχε με χαρούμενο κελάρυσμα. Στο λεπτό γύρισε στον τόπο του μαρτυρίου και με χίλια παρακάλια πέτυχε να της στοιβάξουν οι στρατιώτες μερικές μεγάλες πέτρες για ν’ανέβει και να φτάσει ως τα μελανιασμένα χείλη του Εσταυρωμένου. Όμως ενώ περίμενε να δει τον Ιησού να παίρνει με ανακούφιση το δροσερό νερό, Εκείνος τ’απομάκρυνε, κινώντας το κεφάλι και επαναλαμβάνοντας μ’ένα ελαφρό στεναγμό: “ Διψώ”.

Τότε η Μαγδαληνή υπέθεσε πως ο Κύριος ζητούσε κάποιο άλλο ποτό, πιο σπάνιο και πιο εκλεκτό. Και βάλθηκε να του το φέρει με κάθε θυσία.

Καθώς έτρεχε προς την Ιερουσαλήμ, θυμήθηκε πως ο οικονόμος του Τετράρχη Ηρώδη της είχε κάποτε προσφέρει ένα πολύ σπάνιο κρασί, καυτερό σαν φωτιά και γλυκό σαν μέλι, που μια μονάχα σταγόνα του έφτανε για να ξαναζωντανέψει ένα πτώμα.

Όλη ικεσίες και λαχτάρα το ζήτησε η μετανοούσα από τον παλιό θαυμαστή της, κι όταν οι παρακλήσεις της εισακούστηκαν, πλημμυρισμένη από χαρά έφτασε στον Γολγοθά, κρύβοντας κάτω από τα πέπλα της τον αμφορέα με το θαυματουργό βάλσαμο. Με μια πιο ζωηρή ακόμη κίνηση αποδοκιμασίας, αρνήθηκε και πάλι ο Ιησούς να πιεί, και σβησμένο ακούστηκε ξανά το παραπονεμένο “ Διψώ”.

Απαρηγόρητη…

Απαρηγόρητη και δυσαρεστημένη από τον εαυτό της που δεν κατόρθωσε να μαντεύσει ποιο είναι το ποτό που γύρευε ο Κύριος, με λαχτάρα προσπαθεί να το ανακαλύψει. Κι άξαφνα η αχαλίνωτη σκέψη της γύρισε πίσω στα χρόνια των συμποσίων και της χλιδής.

Στη θύμησή της ξανάρχονται όλα όσα της είχε πει κάποτε ένας ευγενής Ρωμαίος, επικούρειος ποιητής και θαυμαστής του Οράτιου- που για την ομορφιά της είχε κάνει χίλιες τρέλες- περιγράφοντας τα συμπόσια του Ολύμπου και εγκωμιάζοντας το νέκταρ των θεών με το ασύγκριτο άρωμα: αυτό που είχε τη μυστηριώδη ιδιότητα να κερνά την ευδαιμονία, να γεμίζει τις αδειασμένες φλέβες και να δίνει ζωή στο εξαντλημένο σώμα….

Κατεβαίνοντας με χάρη τα σκαλιά ενός μικρού ναού από λευκό μάρμαρο, ένας ωραίος έφηβος με λαμπερά μάτια φέρνει στην Μαγδαληνή ένα αμφορίσκο θαυμάσια σκαλισμένο, που περιείχε το ποτό που εκείνη είχε ζητήσει: το διάφανο και ρόδινο νέκταρ με το θείο μεθυστικό άρωμα που νάρκωνε τις αισθήσεις. Η Μαγδαληνή, σφίγγοντας στο στήθος της το υπέροχο νέκταρ, πίστευε πως με αυτό πια θα δρόσιζε τη δίψα του Χριστού και θα καταπράυνε τους πόνους του…

Σκληρή απογοήτευση! Μόλις κατόρθωσε να πλησιάσει το πολύτιμο νέκταρ στα χείλη του Εσταυρωμένου Κυρίου της με το αλλοιωμένο πια απ’την αγωνία πρόσωπο, Εκείνος έκαμε μια τέτοια κίνηση αποστροφής, που το κύπελλο έφυγε από το τρεμάμενο χέρι της Μαγδαληνής, και το ακριβό ποτό των ψεύτικων θεών πότισε το γύρω χώμα.

Το κρασί της εκδίκησης

… ο πόνος της και ο θυμός της για την αποτυχία στις προσπάθειές της να βρει το μέσο που θα έσβηνε τη δίψα του Ιησού, την έκαμε να σκεφθεί πως αν ο βασανιζόμενος Αμνός, δε δέχτηκε το νερό που δροσίζει τους ουρανούς, και το νέκταρ που απαλύνει τους πόνους, ίσως να δεχόταν το κρασί της εκδίκησης.

Ποιος ξέρει? Ίσως το αίμα του εχθρού που τον κάρφωσε στον ατιμωτικό σταυρό να καταπράυνε τη δίψα Του. Με αυτή την σκέψη τώρα, η Μαγδαληνή πλησίασε το στρατιώτη εκείνον που είχε καρφώσει επάνω απ’το κεφάλι του Ιησού: «ΙΝΒΙ» και ξεγελώντας τον, τον παρέσυρε σε μια απόμακρη γωνιά και, πληγώνοντάς τον με το ίδιο του το σπαθί στο λαιμό, βούτηξε στο ζεστό του αίμα, ένα σφουγγάρι.

Έξαλλη για την επιτυχία της, έτρεξε στον Εσταυρωμένο. Μα, αλίμονο! Αντίθετα απ’ότι φαντάστηκε, βλέπει τον Κύριο με απέχθεια να αποστρέφει το πρόσωπο και να κάνει μια υπέρτατη προσπάθεια, για να φέρει ακόμη μια φορά το τραγικό “ Διψώ”.

Αφανισμένη πια η Μαρία η Μαγδαληνή έπεσε στη βάση του Σταυρού. Οδύρεται και χτυπιέται ξερριζώνοντας τούφες από τα ξέπλεχτα χρυσά μαλλιά της. Ο πόνος της γιατί στάθηκε ανίκανη να σβήσει τη δίψα του Κυρίου της, την τρελαίνει.

Ασωτείες

Κι αρχίζει να καταριέται τον εαυτό της για την περασμένη της ζωή. την αμαρτωλή. Από την ξερή έρημο της συνείδησής της που δεν γνώρισε τον οίκτο, νοιώθει τώρα να ανεβαίνει στο μέτωπο της και να το καίει, η ντροπή της ασωτείας της.

Άπειρες νύχτες, ενώ αυτή σκορπούσε το χρυσάφι σε πλούσια τραπέζια και χαιρόταν τη ζωή της, ξαπλωμένη πάνω σε ακριβά περσικά χαλιά, οι φτωχοί περίμεναν στην πόρτα για λίγα ψίχουλα και οι τίμιες γυναίκες περνούσαν βιαστικές, σκεπάζοντας το πρόσωπο με τα πέπλα τους, και κλείνοντας τα αυτιά τους για να μην ακούσουν τα άσεμνα γέλια και τα ξετσίπωτα τραγούδια.

Χωρίς άλλο για όλα αυτά ήταν που δεν της δόθηκε η χάρη να σβήσει τη δίψα του Κυρίου, δίψα που τόλμησε να συσχετίσει με το κρασί της λαιμαργίας, με το νέκταρ της ηδονής και το αίμα της εκδίκησης. Κι όσο αναλογίζεται το αμαρτωλό παρελθόν της, τόσο και συναισθάνεται. Για πρώτη φορά νοιώθει να γλυκαίνουν την άπονη καρδιά της ή μεταμέλεια και ή ταπείνωση. Δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια της και κυλούν αργά-αργά στο ωχρό πρόσωπό της.

Και κλαίει. Κλαίει τόσο πολύ που λες και ρευστοποιήθηκε η καρδιά και η ψυχή της. Τα δάκρυά της μουσκεύουν το φόρεμα και τα ωραία χυτά μαλλιά της. Μα, σαν τόλμησε να σηκώσει τα μάτια προς τον Εσταυρωμένο, είδε στο βλέμμα Του μια τέτοια τρυφερή συμπάθεια και ζωηρή επίκληση, που αυθόρμητα πετάχτηκε. Και ενώνοντας τις παλάμες, τις γέμισε με τα δάκρυα της αληθινής συντριβής της και Του τα πρόσφερε, υψώνοντας τα χέρια ως τα κατάστεγνα χείλη Του.

Αυτή τη φορά, άφησε ο Χριστός το “ Διψώ” που ήταν όλο αγωνία, άνοιξε τα χείλη κα ήπιε με απερίγραπτη έκφραση αγαλλίασης”.

cityculture.gr/ γράφει η Αριστέα Αθ. Βραζιώτη