Για χρόνια ήταν μια Αμερικανίδα τραγουδίστρια στο Παρίσι, που η βραχνή της φωνή αντηχούσε στα γραφικά δρομάκια της Μονμάρτης. Σήμερα, μια από τις πιο αναγνωρισμένες περιζήτητες φωνές της σύγχρονης τζαζ επιστρέφει στην Ελλάδα
Με τον τελευταίο δίσκο σου «απομακρύνεσαι» αρκετά από τα jazz standard και το chanson, με τα οποία σε έχει ταυτίσει το ευρύτερο κοινό. Πώς προέκυψε η ιδέα για ένα δίσκο με διασκευές σε κλασικά country κομμάτια; Το «The Blue room» είναι ένα άλμπουμ-φόρος τιμής, αν και όχι με τη συνήθη μορφή που έχουν αντίστοιχοι δίσκοι (tribute albums), καθώς στην προκειμένη περίπτωση είναι ένας φόρος τιμής όχι σε κάποιον καλλιτέχνη αλλά σε έναν άλλο δίσκο, το «Modern Sounds in Country and Western Music» του Ray Charles. Ο συγκεκριμένος δίσκος αποτέλεσε πρότυπο στην ιστορία της μουσικής και έθεσε τις βάσεις για πολλά πράγματα. Απέδειξε στη μουσική βιομηχανία πώς οι διαφορετικές κουλτούρες μπορούν να συγκρουστούν δημιουργικά και πως τα μουσικά ακροατήρια δεν μπορούν να μη μετέχουν σε αυτό. Απέδειξε τόσο στη «λευκή» όσο και στη «μαύρη» Αμερική ακριβώς το ίδιο πράγμα: ότι ανήκουμε σε μια διαχωρισμένη κουλτούρα, είτε θέλουμε να το παραδεχθούμε είτε όχι. Και κατάφερε να μιλήσει με έναν πολύ απλό και «μοντέρνο» τρόπο, έτσι ακριβώς όπως μπορούν να μιλήσουν τα τραγούδια: κάποιος αφηγείται μια σύντομη, ημι-αυτοβιογραφική ιστορία και αποδεικνύει πως κανένας μας δεν είναι μονάχος του μέσα σε αυτό το χάος. Η ιδέα για το «The blue room» ήταν του παραγωγού μου, Larry Klein με τον οποίο συνεργάζομαι εδώ και χρόνια. Και η ιδέα πήρε την τελική της μορφή όταν αποφασίσαμε να συμπεριλάβουμε τραγούδια που γράφτηκαν μετά το δίσκο του Ray Charles, ακριβώς επειδή ήθελα να εξερευνήσουμε την ίδια ακριβώς ιδέα (με αυτήν του Charles) και το γεγονός ότι έχουν ήδη περάσει 50 χρόνια από τότε. Και τι μπορεί να πει κάποιος σήμερα σε σχέση με αυτό – κάποιος που έχε μία εντελώς προσωπική προσέγγιση σε όλο αυτό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρόκειται για μια νεαρή γυναίκα που μεγαλώνει μέσα στον 21ο αιώνα και προσπαθεί να συναρμολογήσει τα κομμάτια της αμερικανικής της ταυτότητας.
Είναι σαν να επιστρέφεις πίσω στις αμερικανικές σου ρίζες με αυτό το δίσκο, δηλαδή; Μα φυσικά! Αν και αυτό που εννοώ είναι ότι πάντα ήμουν Αμερικανίδα. Δεν επιστρέφω σε αυτό. Και η μουσική που έπαιζα, πάντοτε ήταν αμερικανική. Η διαφορά τώρα είναι το κατά πόσο εγώ και η αμερικανική μου πολιτιστική ταυτότητα μπορούμε να συνεχίσουμε να εξελισσόμαστε μέσα στον 21ο αιώνα ή αν τελικά δεν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε τα ιδανικά και τα πρότυπα που έχουμε αποδεχθεί ως δεδομένα από τους όρους του καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς.
Πέρα από τις διασκευές, τι γίνεται με τα δικά σου τραγούδια; Γράφεις καινούρια κομμάτια; Πραγματικά εύχομαι να συνεχίσω να γράφω τα δικά μου τραγούδια. Σε αυτόν το δίσκο δεν συμπεριέλαβα κανένα δικό μου τραγούδι, κυρίως επειδή αυτό που με ενδιέφερε ήταν να τραγουδήσω. Και πραγματικά, πρώτα και πέρα από κάθε τι άλλο, είμαι τραγουδίστρια. Και μαθαίνω για τη διαδικασία της τραγουδοποιίας ακριβώς μέσα από την εμπειρία που αποκτώ μελετώντας όλα αυτά τα τραγούδια (που ερμηνεύω). Και πιστεύω πως στο μέλλον θα γίνω καλύτερη στον τομέα της σύνθεσης. Πραγματικά το εύχομαι! Είναι πολύ δύσκολη και μερικές φορές εξοντωτική η διαδικασία της σύνθεσης -τουλάχιστον για μένα- αλλά πάντα στο τέλος, σε ανταμείβει με τον πιο γενναιόδωρο και μεγαλοπρεπή τρόπο. Και σίγουρα δεν θα το εγκαταλείψω!
Ως καλλιτέχνις είσαι πολύ χαμηλών τόνων και πολύ διακριτική. Τι θα ήθελες να γνωρίζει ο κόσμος για σένα; Ο κόσμος θα ήθελα να ξέρει πως νοιάζομαι πραγματικά για αυτό που κάνω και για ποιους λόγους το κάνω και πως θέλω να είμαι πραγματικά καλή σε αυτό.
Έχεις αναφερθεί στην ιδιαίτερη ακουστική που έχουν τα στενά δρομάκια του Παρισιού, όπου για χρόνια τραγουδούσες ως μουσικός του δρόμου. Προτιμάς να παίζεις σε ανοιχτούς χώρους και κατά πόσο η ερμηνεία σου επηρεάζεται από τα δεδομένα του κάθε χώρου; Μου αρέσουν πάρα πολύ οι ανοιχτοί χώροι. Στα δωμάτια των ξενοδοχείων όπου μένω, θέλω να υπάρχουν πάντα μεγάλα παράθυρα. Ανοιχτά παράθυρα όπου και να είμαι. Προτιμώ να παγώσω παρά να μην έχω καθαρό αέρα. Ίσως και να είμαι λίγο κλειστοφοβική. Τέλος πάντων… Ναι, τα μέρη όπου δίνω συναυλίες, πάντα με αγγίζουν συναισθηματικά. «Πάλλονται» με κάθε ήχο και ταυτόχρονα αντηχούν μέσα σε κάθε χώρο οι ήχοι και τα ανθρώπινα σώματα όσων βρέθηκαν εκεί στο παρελθόν μαζί με όσων βρισκόμαστε εκεί το ίδιο βράδυ. Αλλά αυτό που νομίζω ότι παίζει μεγαλύτερο ρόλο είναι η δεδομένη χρονική στιγμή που δίνουμε τη συναυλία και το κοινό που έχουμε μπροστά μας και το πώς αλληλεπιδρούν και συμμετέχουν στη συναυλία. Δεν υπάρχει τίποτα πιο υπερβατικό και ταυτόχρονα πιο συμπαγές, από το ζωντανό κοινό μιας συναυλίας.
Και όσον αφορά την επικείμενη συναυλία σου στο Sani Festival; Τι να περιμένουμε αυτή τη φορά από εσένα και τους μουσικούς σου; Λοιπόν, έχουμε ετοιμάσει μια θαυμάσια συναυλία! Και νομίζω πως ένα από τα καλύτερα πράγματα που προέκυψαν από το «Blue room», είναι ακριβώς αυτή η σειρά συναυλιών που κάνουμε. Είμαστε όλοι πολύ ενθουσιασμένοι και ταυτόχρονα περνάμε πάρα πολύ ωραία. Τα τραγούδια που παίζουμε είναι φυσικά από ολόκληρο το φάσμα της καριέρας μου, αλλά εστιάζουμε και στον τελευταίο δίσκο και ενώ υπάρχει μεγάλη ποικιλία στο ρεπερτόριο, όλα ταιριάζουν μεταξύ τους με έναν πολύ ξεκάθαρο τρόπο. Μαζί μας θα έχουμε και ένα κουαρτέτο εγχόρδων, το οποίο είναι ένα από τα ωραιότερα μέρη της συναυλίας. Τρεις από αυτούς τους μουσικούς μάλιστα, θα είναι από την Ελλάδα κάτι που προσδίδει ένα ακόμη «μπόνους» για εμάς που ταξιδεύουμε, να έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε και να γνωρίσουμε μουσικούς από διαφορετικά μέρη. Θα υπάρχουν και μερικές ενορχηστρώσεις – έκπληξη σε κάποια κομμάτια που σχεδιάζουμε να παίξουμε και που πιστεύω ότι θα ξαφνιάσουν ευχάριστα το κοινό. Είμαι πραγματικά πολύ ευγνώμων απέναντι σε όλους αυτούς που χάρη στη σκληρή τους δουλειά και το πάθος για τη μουσική και για το διεθνή χαρακτήρα που πρέπει να έχει η μουσική, προσπάθησαν και το έκαναν εφικτό να μας ξαναφέρουν στη Θεσσαλονίκη. Και από την πλευρά μου σχεδιάζω το αποτέλεσμα να είναι 1000% συναρπαστικό για όλους! Ευχαριστώ!
δανάη σοφία βαρδαλή