«Μετά τη Θήβα» του Δημήτρη Καρακάση, κριτική παράστασης

Written by

  Ο συγγραφέας, σκηνοθέτης και σκηνογράφος είναι ψυχίατρος. Βιοπορίζεται ως επιστήμων ψυχίατρος στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αλλά σπούδασε και στο θεατρικό τμήμα του Α.Π.Θ. 

  Για δεύτερη φορά  (η πρώτη απόπειρα συγγραφικής γραφής  ήταν στο πλαίσιο της “Πρώτης Γραφής’’ του ΚΘΒΕ),  γράφει ένα πυκνό κείμενο με δαιδαλώδη πλοκή, το σκηνοθετεί, το ανεβάζει στη μικρή σκηνή του «Αθήναιον» , ανοίγει την είσοδο του Λαβύρινθου  στον θεατή κι κείνος  αναζητά την άκρη του μίτου,  με μόνο εφόδιο το σημείωμα του σκηνοθέτη. Το παραθέτω, αν και είναι πανεύκολο να το βρείτε.

«Ένα μυστικό καλά κρυμμένο στο παρελθόν. Πριν δεκαεπτά χρόνια στη Θήβα, η Ανθή πεθαίνει την ώρα που φέρνει στη ζωή τον Θάνο. Λίγες μέρες αργότερα, ο σύζυγός της, Λάιος, παίρνει το νεογέννητο και φεύγει…..

Σήμερα, στη Θεσσαλονίκη….» 

  Ζωή σαν παραμύθι. Το υπόλοιπο του κειμένου δεν το γράφω,  ίσως γιατί είναι ένα δύσληπτο μυστηριώδες δράμα και περιπλέκει στο «μυστήριο» τον αναγνώστη, επειδή δεν υπάρχει σαφήνεια,  ειρμός, σύνδεση με τα  προηγούμενα, κλειδί – λέξη  ή μια  φράση, που να χρησιμεύσει ως πυξίδα περιπλάνησης στην παράσταση των δυο ωρών. Σκόπιμη η ασάφεια, καθώς ο συγγραφέας δε θέλει  να «προδώσει» την εξέλιξη.  Προσωπικά, αγαπώ τους υπαινιγμούς, μου αρέσουν τα «προβλήματα», λατρεύω την ανίχνευση, την ανάλυση, τους συμβολισμούς, την αποκωδικοποίηση κανόνων και συμβόλων κι οτιδήποτε γεννούν οι ανατροπές σ’ ένα κείμενο.

  Ομολογώ  ότι ξεγελάστηκα.  Η πόλις – μήτρα του θέματος «Θήβα», το όνομα «Λάιος», μου είχαν δώσει ένα ερέθισμα να κρατήσω στη σκευή μου τον μύθο των Λαβδακιδών. Αποδείχθηκε μέγα λάθος. Τον πέταξα και προσπάθησα να ενταχθώ στη ροή ως συνιστώσα της, όπως  συμβαίνει συνήθως, σε μια θεατρική αίθουσα. Δύσκολο, αλλά προκλητικό.

  Συχνά, δημιουργείται μια σύγχυση αναφορικά με τις έννοιες: Ψυχολογία, Ψυχιατρική και Ψυχανάλυση. Η ψυχολογία, που μας ενδιαφέρει,  αποτελεί μια ακαδημαϊκή και ταυτόχρονα εφαρμοσμένη επιστήμη,  η οποία ασχολείται με τη μελέτη της συμπεριφοράς του ανθρώπου  και με τις λειτουργίες του οργανισμού που σχετίζονται μ’ αυτήν. Προσπαθεί, δηλαδή, να διερευνήσει και να κατανοήσει τη σκέψη, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά του ατόμου, καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις και αλληλεπιδράσεις.

  Ακριβώς πάνω σ’ αυτόν τον ορισμό, που γνωρίζει πολύ καλά ο συγγραφέας, δόμησε  την ιστορία του. Έμπλεη καταστάσεων (εμείς οι απέναντι  τις χαρακτηρίζουμε αρρωστημένες), εμβολιασμένη με θεατρικούς κανόνες, όπως τους δίδαξε ο Αριστοτέλης,  έστησε αυτήν την υπόθεση βάζοντας λογικά και παράλογα διλήμματα σε διαταραγμένες προσωπικότητες. Ένας γιατρός γυναικολόγος, αλκοολικός, ερωτομανής, ένας πατέρας με χαμηλή αυτοεκτίμηση, αλλοπρόσαλλος σαν άνθρωπος, παλιομοδίτης σαν άνδρας, με ψυχικές διαταραχές, λαμόγιο εξ επαγγέλματος και εκ γενετικού ταλέντου (πρώην χρηματιστής στη Θήβα, νυν εκδοροσφαγέας στη Θεσσαλονίκη),  μια ωσεί παρούσα  γυναίκα που πέθανε στη γέννα κι ένα παιδί-θύμα εξαιτίας  καταστάσεων, κληρονομικών νόσων αλλά και επίκτητων σπάνιων  ασθενειών.

  Όλη η σκηνική δράση κινείται ανάμεσα στους τρεις νοσηρούς χαρακτήρες  της ιστορίας, με ανατροπές, συγκρούσεις κι έντονους ρυθμούς. Το φινάλε είναι προβλέψιμο από ένα σημείο και μετά, αλλά έως ότου  έρθει το unhappy end, παιδεύεται ο θεατής να δώσει μια δική του κατεύθυνση στη ροή, να καταφέρει με δικά του κλειδιά να βγει απ’ τον Λαβύρινθο. Αυτή είναι και η  πρόκληση να δει κανείς την παράσταση.  Ο μελετημένος θεατής, αυτός που εντρύφησε στο αρχαίο δράμα ή σε έργο του Ίψεν ή του Στρίντμπεργκ , για παράδειγμα, γνωρίζει τα στάδια από τη γένεση του δράματος έως την κάθαρση.  Από την αντιμετώπιση του  «Άλλου»  με τον πανικό του κενού, της ματαιότητας, των ψευδαισθήσεων που συντήρησαν κι έθρεψαν το ψέμα σε μια ολόκληρη ζωή. Το σημείο που, στην προκειμένη περίπτωση, ανακάλυψα ως κοινό με τα προηγούμενα παραδείγματα,  είναι το διακύβευμα της νομιμότητας του παιδιού αλλά και  τη νομιμότητα της ίδιας της ταυτότητάς του. Εσείς, πιθανώς,  ν΄ ανακαλύψετε κι άλλα. Σαφώς  υπάρχουν οι ιατρικές παρενθέσεις, ως  δάνεια από το επάγγελμα του συγγραφέα. Η αγκαλιά, ας πούμε, είναι ένα απ’ αυτά. Μια αγκαλιά είναι ψυχοθεραπεία, ως σημάδι καλής σχέσης, η δε εκ προθέσεως αγκαλιά απελευθερώνει ορμόνες που χαρίζουν στον άνθρωπο το αίσθημα της ευεξίας. Όσον αφορά τις ψυχοσυνθέσεις των ηρώων, πάμπολλες ιδιότητες που φέρουν «ασθενείς» αποδόθηκαν  στους  μυθοπλαστικούς χαρακτήρες. Άλλωστε, στη συγγραφή ιστοριών, σχεδόν πάντα, εμπλέκεται ο μύθος με την πραγματικότητα.

   Ο δεύτερος λόγος είναι η ερμηνεία του Κυριάκου Δανιηλίδη. Πρόκειται για έμπειρο ηθοποιό με ωραία σκηνική παρουσία, με εξαιρετική άρθρωση, με βαθιά φωνή, ο οποίος έδωσε τον αγχωτικό ρυθμό που επιθυμούσε ο σκηνοθέτης, δεν έκανε μήτε ένα σαρδάμ στο δίωρο, απόλυτα σαφής στις κινήσεις του και στον ατακαριστό διάλογο, στοιχεία που τον χρίζουν επάξια «πυλώνα» της παράστασης.

  Τις εντολές σκηνοθέτη ακολούθησαν και οι άλλοι δυο πρωταγωνιστές (Γιάννης Μόχλας, Φαμπρίτσιο Μούτσο)  με καλές κι άτυχες στιγμές.

  Ο σκηνοθέτης – συγγραφέας, έχει διοχετεύσει στον τύπο κι ένα «διότι» στο δικό του «γιατί»  ασχολήθηκε με θέατρο. Εν περιλήψει λέει: «Από τη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω το κείμενο  ήμουν σίγουρος ότι ήθελα να το σκηνοθετήσω. Δεν έγραψα απλώς διαλόγους. Περιέγραψα λεπτομερώς τους χαρακτήρες, τις συναισθηματικές τους αποχρώσεις, καθώς και τις κινήσεις τους. Όταν τελείωσα τη συγγραφή, ήταν σα να το είχα ήδη σκηνοθετήσει.           

    Έχοντας μελετήσει κυρίως την αρχαία ελληνική, τη σκανδιναβική και την αμερικανική δραματουργία, μπορώ να πω με σιγουριά ότι υπάρχουν συγκεκριμένες τεχνικές στη θεατρική γραφή. Ο ενεργητικός θεατής μπορεί να παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο τις έχω αφομοιώσει. Οι υπόλοιποι μπορούν απλά να απολαύσουν ένα ψυχολογικό θρίλερ. Ένα θρίλερ, στο οποίο 3 άνθρωποι παλεύουν για τα θέλω τους. Και δεν είναι απλά θέλω. Είναι θέλω χωρίς τα οποία δεν μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν».

Ταυτότητα παράστασης:
Κείμενο – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρακάσης
Μουσική: Ηλίας Βαφειάδης
Σχεδιασμός – κατασκευή σκηνικών: Δημήτρης Καρακάσης, Κώστας Χατζηκαλλινικίδης
Φωτισμοί: Ειρήνη Μπουτάρη
Ειδικός σύμβουλος: Ευάγγελος Κατσιούλης
Φωτογραφία – Teaser: Ανδρέας Σιαδήμας
Δημόσιες Σχέσεις – Επικοινωνία: Έρη Χριστοφορίδου

Ηθοποιοί επί σκηνής: Κυριάκος Δανιηλίδης, Γιάννης Μόχλας, Φαμπρίτσιο Μούτσο