Ο έρωτας δεν υπάρχει. Ποτέ δεν υπήρξε. Ή καλύτερα δεν υπήρξε με τη μορφή που του δίνουμε εμείς. Ο έρωτας μπορεί να υπάρξει μόνο ως προς εμάς. Μας αρέσει ο εαυτός μας και τον ερωτευόμαστε μέσα από τα μάτια του άλλου. Είναι όπως με την αναγνώριση της ανεξαρτησίας και των συνόρων μιας χώρας. Δεν φτάνει να το δηλώσει η χώρα, πρέπει να την αναγνωρίσουν και τ’ άλλα κράτη. Έτσι και στον έρωτα δεν φτάνει να πιστεύουμε ότι είμαστε ερωτεύσιμοι, αλλά πρέπει να το δούμε και μέσα στα μάτια του άλλου. Ερωτευόμαστε όποιον μας ερωτεύεται. Κι αυτός που μας ερωτεύεται βλέπει, με τη σειρά του, σε μας κατά κάποιον τρόπο τον καθρέφτη του. Κάποιον που πιστεύει ότι μπορεί να τον ερωτευτεί.
Γι’ αυτό και ο έρωτας είναι ένα συναίσθημα εγωϊστικό. Ένα συναίσθημα που γεννά κτητικότητες και αποκλειστικότητες. Θες το ενδιαφέρον του αντικειμένου του πόθου σου να στρέφεται αποκλειστικά γύρω σου. Να μην υπάρχει τίποτα άλλο και άλλος κανείς γι’ αυτόν. Δεν δέχεσαι μάλιστα και την παραμικρή κριτική για το άτομό σου, γιατί φυσικά είσαι ό,τι καλύτερο μπορούσε να έχει ποτέ. Αν δεν σε βλέπει ως το παζλ του, τότε ας μην σε βλέπει καθόλου. Στην ουσία, θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε τους ερωτευμένους με έναν βασιλιά κι έναν υπήκοο, μόνο που εδώ οι ρόλοι είναι εναλλασσόμενοι και πότε ο ένας γίνεται βασιλιά και πότε ο άλλος. Ή μια που μιλήσαμε για βασιλιάδες, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο έρωτας είναι και σαν το σκάκι, παιχνίδι στρατηγικής και αντίρροπων δυνάμεων.
Και οδηγεί άραγε ποτέ ο έρωτας στην αγάπη; Ή είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα; Η αγάπη υποτίθεται πως είναι η ανιδιοτελής φροντίδα του άλλου, άρα θα μπορούσε κάποιος να πει ότι στην πραγματικότητα είναι στον αντίποδα του πραγματικού έρωτα, αυτού που ξεσηκώνει πάθη και σε τελική ανάλυση πλησιάζει πιο πολύ στο αίσθημα του μίσους. Επομένως, η αγάπη δεν είναι ο έρωτας που ωριμάζει, αλλά ένα αμοιβαίο ενδιαφέρον κυρίως για τις ψυχολογοσυναισθηματικές αρετές του άλλου.
Και η αγάπη ως φαινόμενο είναι δύσκολο να υπάρξει. Δεν είναι λογικό ν’ αγαπάς. Και δεν υπάρχει λογική και στο ποιον επιλέγεις να αγαπήσεις και γιατί τον επιλέγεις. Αν τον επιλέγεις όντως και δεν είναι κάτι που συμβαίνει ερήμην μας. Γιατί πέρα απ’ τα μέλη της οικογένειας μας, τα οποία μαθαίνουμε ν’ αγαπάμε από μικροί -αν τους αγαπάμε κιόλας-, ποιους άλλους αγαπάμε στ’ αλήθεια;
Φίλους και συντρόφους λέμε ότι αγαπάμε, ή και συγγενείς του ευρύτερου κύκλου. Πώς τους ξεχωρίζουμε όμως αυτούς που αγαπάμε; Μήπως λέμε ότι “ο τάδε μας φέρθηκε καλά”, ή “ρώτησε για την υγεία μου, ενδιαφέρθηκε ο άνθρωπος”, ή ακόμη ακόμη “πάντα κάτι μας φέρνει ο δείνα ξάδελφος όταν έρχεται”. Αν χρησιμοποιούμε αυτές τις φράσεις για άτομα που ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε, ίσως τελικά να είμαστε μπερδεμένοι και μεις οι ίδιοι, που δεν ξέρουμε ποιον αγαπάμε και ποιον όχι.
Ή ακόμα καλύτερα αν αγαπάμε και κανέναν τελικά.