“ Εγώ την αλήθεια την αγαπώ, θα ‘θελα να λέω την αλήθεια. Αυτή δεν με πολυαγαπά. Αυτή είναι η καθαρή αλήθεια: απλώς η αλήθεια δε με αγαπά. Μόλις την ξεστομίζω, αλλάζει και γυρνάει εναντίον μου. Αμέσως όλοι με στραβοκοιτάνε σαν να λέω ψέματα. Κι όμως το ψέμα το σιχαίνομαι. Τ’ ορκίζομαι.”
Ζαν Κοκτώ- “Η ψεύτρα”
Μπορούμε άραγε ποτέ να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και τους άλλους; Γνωρίζουμε ποιοι είμαστε τόσο καλά ώστε να μπορούμε να πείσουμε και τους άλλους ότι είμαστε πέρα για πέρα αληθινοί, ότι ότι βλέπουνε και ακούνε από μας είναι αλήθεια. Λέγεται ποτέ η αλήθεια ή είναι τόσο επίπονη (για ποιον αλήθεια;) και ίσως είναι ωφελιμότερο ν΄αποφεύγεται. Και τι ρόλο παίζει το ψέμα τελικά στη ζωή μας; Είναι το ίδιο με το να υποκρινόμαστε κάτι που δεν είμαστε ή τότε βάζουμε μπροστά τη φράση “κοινωνικός ρόλος” κι είναι όλα άγια και καλά μεμιάς;
Είναι δύσκολο να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου. Ακόμη κι όταν ξέρεις ποιος είσαι μπορεί να μη θες να το δεις, να μην αποδέχεσαι τον εαυτό σου στην αντικειμενική του υπόσταση και στην ουσία να τον πουλάς ως κάτι άλλο. Να δημιουργείς δικούς σου κόσμους και δικές σου αλήθειες για τα πάντα, για να είσαι πιο ευχαριστημένος από τη ζωή και τον εαυτό σου. Μα είναι δίκαιο για τους γύρω σου να δέχονται ως αλήθεια τα δικά σου ψέματα; Τους δικούς σου μύθους;
Μπορεί και να φοβόμαστε να πούμε την αλήθεια αν ξέρουμε ότι το πιο πιθανό είναι να μην γίνει αποδεκτή.Το κλισέ “η αλήθεια πονάει” ίσως είναι το πιο σωστό απ’ τα κλισέ. Αυτό που βρίσκει πάντα εφαρμογή. Κι ο λόγος είναι ότι αν είναι να ειπωθεί κάτι καλό, δεν υπάρχει δεύτερη σκέψη από πίσω. Απλώς λέγεται. Αν και ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορεί αυτός που ακούει το καλό να μην το πιστεύει, αλλά εκεί πάμε στο επόμενο κλισέ: “Πολύ καλό για να ‘ναι αληθινό”, αλλά αυτό το κλισέ εισέρχεται στα χωράφια της ευτυχίας την οποία, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν θα αγγίξω. Το δίλημμα να πούμε ή όχι την αλήθεια, μας έρχεται στο νου μόνο όταν θέλουμε να πούμε κάτι άσχημο. “ Δεν το σκέφτηκες καλά”, “Δεν ήταν σωστό αυτό”, “Δεν θέλω να είμαστε πια μαζί” , “Σε απατάω” και παρόμοιες δύσκολοείπωτες φράσεις. Αυτές συνήθως τις τυλίγεις με αμπαλάζ και τις προσφέρεις ως δώρο.
Υπάρχουν κι οι άλλες οι αλήθειες. Οι αλήθειες εκείνες που σε πονάνε, που σε βασανίζουνε πριν βγουν. Που θες να τις πεις, σε τρώνε, μα κάτι σε κρατάει. Αυτό που σε κρατάει είναι μόνο μια λέξη με πέντε γράμματα , είναι ο ΦΟΒΟΣ. Αν το καλοσκεφτείς όμως, μπορεί κανείς από εμάς να είναι σίγουρος για την αντίδραση που θα προκαλέσουν τα λόγια του; Τι μπορεί να είναι πια το πιο ακραίο που μπορεί να συμβεί;
Το ψέμα σήμερα τι θέση έχει; Όλοι μας ισχυριζόμαστε πως σιχαινόμαστε τους ψεύτες και τα ψέματα. Μόνο που τ’ αυτιά μας είναι τόσο συνηθισμένα σ’ αυτά, που οι αλήθειες χτυπούν άσχημα, δεν αντέχονται. Οπότε, βολευόμαστε εν τέλει με το ψέμα και τείνουμε να πιστέψουμε ότι είναι η αλήθεια. Δεν είναι τυχαίο που ξαφνικά τα τελευταία χρόνια μπαίνουν αντωνυμίες και επίθετα συνοδευτικά της λέξης αλήθεια – “ η προσωπική μου αλήθεια”, “ η αλήθεια μας” κ.ο.κ.
Από την άλλη είναι κοινωνικά αποδεκτό να υποδυόμαστε ρόλους στη ζωή μας, να είμαστε αλλιώς με φίλους, αλλιώς στο σπίτι, αλλιώς στο ραντεβού, αλλιώς στη δουλειά κι αλλιώς στα μαθήματα θεάτρου που παρακολουθούμε. Είναι σωστό αυτό; Γιατί οδηγεί σε σύγχυση. Ποιοι είμαστε πραγματικά ξέρουμε; Ποιος από όλους αυτούς τους εαυτούς μας είμαστε εμείς; Είμαστε πολλοί ή ένας; Είμαστε παζλ τελικά;
Ίσως τις εποχές αυτές οι αλήθειες να μην ευδοκιμούν. Μπορεί το ψέμα να είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο σε έξαρση. Καλό είναι αυτό; Κακό; Υπάρχει κάτι μόνο καλό ή κάτι μόνο κακό; (Πάλι θα ξεφύγω από το θέμα). Και πάλι Κοκτώ για επανασύνδεση με το θέμα.
“ Ψεύτης! Εγώ; Στο βάθος πια ούτε κι εγώ ξέρω. Μπερδεύομαι. Τι τρελή εποχή! Είμαι ψεύτης; Σας ρωτώ; Μάλλον είμαι ένα ψέμα. Ένα ψέμα που λέει πάντα την αλήθεια.”
