Τρομοκεράσματα

Written by

Το δικό του γκραφιτι

Το έβαψε δεκάδες φορές. Πιο πρόσφατα προχθές το μεσημέρι. Ήταν Τρίτη και έπρεπε να πάει στο γραφείο. Τηλεφώνησε πως ήταν αδιαθετος και έτρεξε στο χρωματοπωλείο να αγοράσει νέα χρώματα. Τα έλεγε «φάρμακα» και «αλοιφές» γιατί οι αγαπημένοι τοίχοι της πατρικής του οικίας ήταν… άρρωστοι. Έβγαζαν συνεχεια αυτές τις φλύκταινες που άκουσε πως τα έλεγαν «γκράφιτι». Αυτός τις ένοιωθε σαν ουλές, σαν χαρακιές, σαν σπυριά, σαν όγκους και μιάσματα στο κορμί του πατρικού του. Το βράδυ της Τρίτης είχε καθαρίσει πάλι τους τοίχους και ξάπλωσε ξέπνοος να κοιμηθεί. Όμως, το πρωί της Τετάρτης το μολυσματικό γκράφιτι είχε φθάσει πάλι ως δηλητηριώδης κισσός στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Μπορεί να έχανε ακόμη μια μέρα δουλειάς αλλά δεν είχε πλέον σημασία.


Σφούγγισε με επιμέλεια τον ταλαιπωρημένο τοίχο του και ανέβηκε στην ταράτσα του κτιρίου. Αυτή τη φορά θα τον καθάριζαν άλλοι ή θα έμενε αιώνια στοιχειωμένος με το μεγαλειώδες δικό του γκράφιτι. Ακούμπησε το κεφάλι του στο γείσο και με το ξυράφι έκοψε την καρωτίδα του. Το αίμα τινάχθηκε σε πάμπολλα ρυάκια και σαν ζωγραφιά που δείχνει τις ρίζες κάποιου δένδρου άρχισε την πορεία του προς τη θάλασσα του κράσπεδου κάτω χαμηλά. Αυτή τη φορά κάποιος άλλος θα θελήσει να σβύσει το μακάβριο γκράφιτι ή θα το αφήσει παντοτινά έτσι. Όπως και να έχει αυτός απαλλάχθηκε από τον ψυχαναγκασμό του και χαμογέλασε με νόημα στους εμβρόντητους νεαρούς που με τις μάσκες και τα σπρέι στο χερι κοίταζαν το δικό του έργο στον τοίχο-καμβά τους. Κάποιος να το καθαρίσει.

«Η αγάπη βαλσαμ….»

Ήταν πολύ περήφανος. Οι σπουδές κοντά στους καλύτερους του είδους στα πιο απίθανα μέρη του κόσμου, στην Ινδία, την Κίνα, την Παταγονία και φυσικά την Αίγυπτο, τον είχαν εκτινάξει στη σφαίρα του θρύλου ανάμεσα στους διασημότερους καλλιτέχνες ολων των εποχών. Η περιουσία των γονιών του που του επέτρεψε να καλύψει τα δυσθεώρητα έξοδα της εκπαίδευσης του, έρχονταν τώρα να τους αποζημιώσει χαρίζοντας τους την αθανασία, όπως μονο αυτός και ελάχιστοι άλλοι μύστες, ήξεραν να προσφέρουν με φειδώ στους αγαπημένους τους.

Από το παράθυρο του πύργου του, που πλέον κατέρρεε καθώς δεν υπήρχαν πλέον πόροι για να τον συντηρήσουν αφού τα ταξίδια, τα δίδακτρα των διδασκάλων και τα πανάκριβα φάρμακα και ουσίες που απαιτούσε η τέχνη του, καταβρόχθισαν την τεράστια περιουσία των γονιών του, αυτός θαυμαζε το έργο του. Ένα έργο-όχημα προς την αιωνιότητα τόσο για τον δημιουργό του, αυτόν, όσο και για τα μοντέλα του. Το σύμπλεγμα των αγκαλιασμενων γονιών του, που κάθονταν στο παγκάκι του κήπου εδώ και δέκα χρόνια άφθαρτο και αναλλοίωτο, θα εξακοντιζε στην αιωνιότητα το όνομα του μεγαλύτερου ταριχευτή που γνώρισε ο κόσμος. Η «Αγάπη βάλσαμο αιώνιο» ήταν το μεγαλύτερο έργο τέχνης της ανθρωπότητας και οι γονείς του θα «ζούσαν» αιώνια μέσα του.

“Ποιός τρώει εκεί;”

«Με τη δική σου βάρκα πέρασαν απέναντι;» ο αστυνόμος ήταν τραχύς,
αυστηρός, είχε ξυπνήσει αξημέρωτα και έκανε αγγαρεία ερευνώντας αυτή τη σειρα εξαφανίσεων 900 χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα.
«Εγώ τους πήγα στην Χαψιά, μα δεν τους γύρισα εγώ. Πότε δεν γυρίζω κανέναν. Κανείς δεν με καλεί στο νησί για να τον γυρίσω». Ο βαρκάρης ήταν κι αυτός σκυθρωπός και αγριωπός. «Όλοι, πανάθεμα τους, εδώ γύρω ήταν μουντρούχοι»σκέφτηκε ο αστυνόμος Φενάκης έχοντας μια έντονη επιθυμία να του δώσει μια μπουνιά στο πρόσωπο.


Είχαν εξαφανιστεί δεκάδες τουρίστες, όλοι τους ξένοι, σε αυτά τα δύο χρόνια που οι βαρκάρηδες του ηπειρωτικού οικισμού της Παναγίας της Τροφοδότρας έφτιαξαν τον συνεταιρισμό και πηγαιναν τα γκρουπ των τουριστών απέναντι στο μικρό νησάκι της Χαψιάς. Κανένας όμως δεν γύρισε ποτέ!!! Οι οικογένειες τους ανησύχησαν. Οι πρεσβείες εκαναν επίσημα διαβήματα στην Ελληνική Κυβέρνηση και δημοσιογράφοι άρχισαν να συρρέουν στην απέναντι παραλία.

«Θα με πας απέναντι, καπετάν Χάρη αύριο με το χάραμα και θα με περιμένεις να γυρίσουμε το βράδυ» αποφάσισε ο Φενάκης. «Θα σε πάω μα δεν σε περιμένω. Θα μου τηλεφωνήσεις και θα ‘ρθω να σε πάρω»,του αντιγύρισε ο βαρκάρης.
Ο Φενάκης έγραψε το νούμερο του τηλεφώνου κάτω από τη ρεκλάμα στην καρίνα της βάρκας.» Παναγία η Τροφοδοτρα: Εκλεκτοί διεθνείς μεζεδες στο σπίτι σας.Dilivery για Χαψιά, τηλέφωνο 6947345666″. «Ποιος τρώει εκεί;»σκεφτηκε ο νοστιμούλης αστυνόμος

«Ζητειται…..»

Χρειαζόμουν όσο τίποτα άλλο αυτή τη δουλειά. Ούτε μπορούσα να υπολογίσω πόσο καιρό περιφερόμουν άσκοπα χωρίς να κάνω τίποτα. Η αλήθεια είναι πως δεν πιστεύω πως θα κάλυπτε καμιά πραγματική ανάγκη κάποιος μισθός. Το σώμα μου δεν ένοιωθε κούραση, ούτε καν την επιθυμία να κάτσω, πόσο μάλλον να ξαπλώσω. Εξάλλου είχα χάσει κάθε αίσθηση κόπωσης κι’ ας περπατούσα ατελείωτες ώρες στα γεμάτα σκιές σοκάκια αυτής της περίεργης παρηκμασμένης πόλης. Ούτε μια φορα δεν ένοιωσα πείνα ή δίψα, ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Μάλλον δεν είχα πια ανάγκη από τίποτα. Τα ρούχα μου ήταν εμφανώς φθαρμένα αλλά πρέπει να ήταν κάποτε εξαιρετικά και φαίνεται πως κάποιος με ανάγκασε να φορέσω γραβάτα!!!


Ένοιωθα όμως μια φοβερή ανάγκη να εργαστώ και όταν έπεσε στα χέρια μου εκείνο το πολυκαιρισμένο φύλλο της εφημερίδας, αχ Θεέ μου, κάνε να μην την πρόλαβε άλλος τη θέση, τότε είδα ξεκάθαρα τη λύση από την αιώνια ανία και βαρεμάρα που με βασάνιζε. Η αγγελία ήταν σαν μια φωνή που καλούσε το όνομα μου: «Ζητείται φάντασμα, προσφάτως αποβιώσαντος νεκρού για να στοιχειώσει αγροτική κατοικία νέου ζεύγους καλλιτεχνών με μωρό. Ολοήμερη απασχόληση, ευπρεπές ένδυμα και διάθεση για εργασία. Απαιτείται ήπια πρόκληση τρόμου και διαρκούς αίσθησης αλλόκοσμης παρουσίας». Ήμουν ενθουσιασμένος, επιτέλους θα είχα κάτι να κάνω. Στάθηκα γεμάτος αποφασιστικότητα ανάμεσα στα ψωραλέα δένδρα μπροστά απο το σπίτι και με ένα χαμόγελο πέρασα μέσα απο την πόρτα. Ελπίζω να είμαι ο πρώτος. Χρειάζομαι οπωσδήποτε τη δουλειά. Δεν περνάει με τίποτα αυτή η καταραμένη αιωνιότητα.

Οι Ερινύες του Φενάκη.

Τον ήξερα αυτόν τον όροφο. Εγώ τον είχα σχεδιάσει. Το αρχιτεκτονικό μου
γραφείο και η ομάδα μου δηλαδή με επικεφαλής εμένα. Σήμερα κατάλαβα γιατί ο Ιδιοκτήτης δεν μου έκρυψε τον σκοπό της ύπαρξης του ορόφου. Είναι όμως αργά.
Βρίσκομαι εγκλωβισμένος εδώ μετά το έμφραγμα που έπαθα λίγο μετά τα εγκαίνια του κτιρίου. Οι επιστήμονες του είχαν ανακαλύψει μια μέθοδο να «συλλέγουν» τα «21 γραμμάρια» της ψυχής αμέσως μόλις έβγαινε από το στόμα του ετοιμοθανή. Μόνο που αν ο δύσμοιρος ήταν άρρωστος ή υπέργηρος τότε η ψυχή ήταν αδύναμη και στιγματισμένη.


Χρειαζόταν λοιπόν νέες δροσερές και στιβαρές ψυχές για τους ζάμπλουτους πελάτες της κλινικής που αρνούνταν να εγκαταλείψουν τα πλούτη τους. Και όλα αυτά τα νεανικά κορμιά που έβλεπα στα κρεββάτια του εξαφανισμένου ορόφου ήταν απόλυτα υγιή αλλά η πνοή θα μετανάστευε σύντομα απο τα χείλη τους. Οι γιατροί του ήξεραν πως.
Άκουσα βήματα και οι θηριώδεις διώκτες μου φάνηκαν στη γωνία του διαδρόμου. Συνειδητοποίησα με φρίκη πως δεν ειχα σχεδιάσει ποτέ καμία είσοδο ή έξοδο στον όροφο.
Αυτό είχε ζητηθεί απο άλλον αρχιτέκτονα. Υπήρχε όμως μια οδός για την δραπέτιδα ψυχή μου. Κάρφωσα τον μεταλλικό στυλό μου στην καρωτίδα μου και πριν οι «Ερινύες» μου με φθάσουν η ψυχή μου βγήκε σφυρίζοντας απο τα ματωμένα μου χείλη. Την χάσατε
παλιόγεροι λεφταδες, θα………..

“Μην αγγίζετε τους πίνακες”

Προσπαθώ να βγω μέρες, ίσως μήνες και χρόνια. Πλησιάζω την άκρη του
κανάβατσου και βλέπω τους ανθρώπους που κοιτάνε τον πίνακα στην πινακοθήκη που και εγώ πήγα να τον δω. Δεν με βλέπουν κι’ ας κουνάω τα χέρια μου, δεν με ακουν κι’ ας στριγγλίζω. Καμιά απόκριση, καμιά έστω ένδειξη πως κάποιος κάτι υποψιάστηκε. Δεν φταίει όμως κανείς, εγώ φταίω. Όταν ακούμπησα τον πίνακα αγνοώντας την πινακίδα «μην αγγίζετε», μια τιτάνια δύναμη με ρούφηξε μέσα.

Τώρα ζω σε αυτόν τον πύργο, μόνος καθώς ο καλλιτέχνης δεν ζωγράφισε κανένα άλλο ζωντανό ον. Σε ένα αιώνιο φθινόπωρο, σε ένα ατέλειωτο ηλιοβασίλεμα και σε μια θανατερή ψύχρα. Θα γυρίσω στον πύργο. Δεν αντέχεται το κρύο εδώ έξω. Όμως ο ηλίθιος ζωγράφος δεν έφτιαξε πόρτα και δεν ξέρω πως να μπω. «Να μην αγγίζετε» τους πίνακες, δεν χαλάνε αυτοί, η δικιά σας ζωή χαλνάει!!! Ή μάλλον να αγγίζετε. Η παρέα σας είναι ευπρόσδεκτη.

“….και νεκρούς ανασταίνει”

Ξέρω πως η φωτογραφία που με δείχνει να κατεβαίνω μέσα στα ανοιχτά πόδια της πόλης σας ξεσήκωσε, όμως πιστέψτε με όταν άρχισα να ανεβαίνω ανάποδα στους «μηρούς» της αυτή τη θεόρατη σκάλα και μάλιστα τρέχοντας, τότε θα τρομάζατε με την όψη μου και με αυτό……που με κυνηγούσε. Στην πόλη μου δεν κατοικούν πια άνθρωποι ή τουλάχιστον όσοι ζουν στο κέντρο δεν ειναι ζωντανοί ή……δεν μπορώ να σκεφτώ καθαρά από το λαχάνιασμα. Εσείς συνεχίστε να βγάζετε φωτογραφίες της πανέμορφης πόλης μας
που «και νεκρούς ανασταίνει». Εγώ θα συνεχίσω να τρέχω.

cityculture.gr/ “Beer-o Quest” Χρήστος Κεσκίνης “Οι Ήρωες υπάρχουν!” | κριτική βιβλίου / Γιάννης Μπαχάς

Ο Γιάννης Μπαχάς είναι τελειόφοιτος του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Α.Π.Θ. και μέλος της Ε.ΔΗ.Π.Η.Τ.