Παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής για τη ζωή και το έργο του συνθέτη. Ένας πολυμελής θίασος στις μουσικές και τα τραγούδια, στις χορογραφίες και το θέαμα. Ηθοποιοί και χορευτές. Μουσικοί και τραγουδιστές. Στη σκηνή του θεάτρου, πρόσωπα και γεγονότα της Ιστορίας μιας χώρας. Ένας συνθέτης, τα τραγούδια του και η συλλογική τους απήχηση. Ο σκηνοθέτης της
Ιστορία και θέατρο, μεταμόρφωση και δράση, έμμετρη πρόζα με έκφραση ρέουσας καθαρεύουσας και λαϊκός δημώδης ποιητικός λόγος, μαρτυρίες και βλέμμα της Μνήμης σε υπαινιγμό του θεάτρου μέσα στο θέατρο. Με όχημα αφετηρίας μια παράσταση της Λυσιστράτης στην Επίδαυρο, στο όνομα της εκεχειρίας του εμφυλιακού σκηνικού τοπίου που το ορίζουν και το διευθετούν ξένες δυνάμεις, ένας
ΙΔ΄ ΝΑΟΙ στο σχήμα τ’ ουρανού και κορίτσια ωραία με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε! Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε! Φύγανε φύγανε ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά. Φύγανε και στα μάτια μέσα των
Θεωρία της τέχνης, της ελευθερίας, των επιλογών. Μία διάλεξη υπεράσπισης του ζωγράφου Βίνσεντ Βαν Γκογκ και της τέχνης του, της συμπεριφοράς και των επιλογών του. Ανίχνευση των αιτίων της αυτοκτονίας του. Ένας μονόλογος, στον αέρα του θεάτρου, στην σχέση θεατή- εισηγητή, στο ψευδαισθητικό τοπίο της υπεράσπισης, της κατανόησης της μοίρας του καλλιτέχνη, που επιλέγει την
(Ατενίζοντας τον ήλιο της Αυτοκρατορίας στη θάλασσα των δεδομένων του κόσμου). Συνάντηση ενός κοινωνιολόγου- φιλοσόφου και ενός σκηνοθέτη-ποιητή, στη φαντασία του θεάτρου. Αυτοκρατορία στη μυσταγωγία του θεάτρου και στον χώρο του Μεγάρου Mουσικής. Αυτοκρατορία στο Μέγαρο, στη μαγεία του φυσικού φωτός που φθίνει ως το απαλό σκοτάδι και στο ευμετάβλητο τοπίο της ανήσυχης θάλασσας ως
Σκέψεις πάνω σε μιαν θεατρική –εικαστική προσέγγιση, μιας σύντομης παράστασης –σε τέσσερις παραλλαγές και σε δεκατρείς συνολικά παραστάσεις σε μία θεατρική μέρα. Σκηνικό σκουπιδιών, εικόνες στρατοπέδων, φράσεις μιας ελλειπτικής αλφαβήτας. Ανάσα ως γέλιο, κραυγή απόγνωσης ως την ασφυξία του τέλους.Μία πραγματικότητα εικονική, στο συμβολισμό του θεάτρου. Σ’ αυτό που δεν λέγεται αλλά σημαίνεται. Χωρίς λόγια,
«Ακούτε Τρίτο Πρόγραμμα; Ρώτησε, σχεδόν τρυφερά, τον ηλικιωμένο ιδιοκτήτη που τον πλησίασε.Ναι, απάντησε εκείνος, έκπληκτος. Κι εσείς;» Δοκίμια που αναφέρονται στη μουσική, μικρά κείμενα αποκωδικοποίησης μιας μουσικής γλώσσας, απόηχος της εμπειρίας ακρόασης της μουσικής τόσο των ήχων όσο και των λέξεων, μια ταξιδιωτική περιπλάνηση στο έσω τοπίο και στη χώρα της μουσικής, που προβάλλει στο
Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, επισκέπτεται την Ελλάδα κουβαλώντας στις αποσκευές του βιβλία φιλοσοφίας σχετικά με την αναζήτηση νοήματος ζωής, στην επιδίωξη της ευτυχίας. Από την Ύδρα με μια παρέα φίλων που απολαμβάνει, σε μιαν καθημερινή απλότητα, το αγαθό της ζωής και από τη σκέψη του Επίκουρου, αφορμάται η βιωματική, εξομολογητική εμπειρία παρατήρησης και μελέτης
Επιθυμίες και εμμονές γυναικών, συζητήσεις και ερμηνείες συμπεριφορών, στο φόντο αναφοράς ενός ταξιδιού στην Ταϊλάνδη, ως φυγή από τον κλοιό της παρουσίας ή της απουσίας των ανδρών και των σχέσεων που ανακύπτουν, σε μια διαρκή ανατροπή . Τέσσερεις γυναίκες, σε εσωτερικό χώρο, συζητούν για ένα ταξίδι και παράλληλα φωτίζουν γεγονότα σχέσεων και αναμνήσεις καταστάσεων με
Απόηχος ενός ταξιδιού σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Σκέψεις που προκύπτουν από τη συνάντηση με την πολυχρωμία ενός άλλου τόπου όταν ο ξένος γίνεται για λίγο παρατηρητής και μέρος στη ροή του χρόνου που κυλά στις ζωές των ανθρώπων. Άφιξη και αναχώρηση σε μια μελαγχολική διαπίστωση του κενού στίγματος και της απουσίας για όσα αφήνει πίσω ο
Αιχμηρό, θραυσματικό, μελαγχολικό με έναν τρυφερό κρυμμένο πυρήνα, το ποιητικό αυτό μανιφέστο του έρωτα. Στη σκηνή του θεάτρου αποτυπωμένες σκέψεις σε μιαν έκλαμψη της συνολικής αποτύπωσης συμπεριφορικών καταστάσεων, που διέπουν τη θεϊκή και την ανθρώπινη πλευρά του ενστίκτου ζωής, ως το θάνατο, σε ποιητική συμπύκνωση. «Λαχταρώ άσπρο πάνω σε ασπρόμαυρο». Λαχταρώ , ένας καθρέφτης που
«…πόσα χτυπήματα μέχρι να πάψει να ακούει το σώμα του να τσακίζεται σαν ένα αλουμινένιο κουτάκι που πατικώνει κανείς με τα δάχτυλά του; και στο κεφάλι του, ακόμα κι η ελπίδα είχε γίνει κομμάτια, όχι τώρα, όχι έτσι, και το αίμα στους κροτάφους, ίσως, το αίμα στο στόμα επίσης, εκεί όπου σκοτεινές λέξεις περιμένουν, όπως
Αέρηδες φυσούν στα παλιά χωριά και τα σπίτια τα βλέπεις μέσα στο πούσι, παλιά, πέτρινα, με ρωγμές και σκουριασμένες κλειδαριές. Τζάκια καπνίζουν κι ο καπνός ανεβαίνει στο σύννεφο της βροχής που στάζει απ΄τις σκεπές ως το χώμα που οσμίζεται την καταιγίδα. Χιονίζει στα παλιά χωριά κι οι άνθρωποι μοιάζουν κουκκίδες στον τοίχο του χιονιού, στο
«Γράφοντας αυτό το βιβλίο, στέλνω εκκλήσεις, σαν φωτοβολίδες, που δυστυχώς αμφιβάλλω αν θα μπορέσουν να φωτίσουν το σκοτάδι. Αλλά πάντα ελπίζω». «Όπως και πολλοί άλλοι πριν από μένα, πιστεύω στις συμπτώσεις και μερικές φορές σ’ ένα χάρισμα ενόρασης στους μυθιστοριογράφους…». Μία αγγελία αναζήτησης ενός κοριτσιού από τους γονείς του, που ο συγγραφέας διαβάζει τυχαία
«Πες μου μια ιστορία, του ζήτησε… Αν σου πω αυτή την ιστορία, μου υπόσχεσαι ότι θα την ξεχάσεις; Δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα, είπε εκείνη, απόμακρη». Η Χαβάα, ένα μικρό κορίτσι, η Σόνια, μία Ρωσίδα γιατρός, ο Άχμεντ, ένας αποτυχημένος γιατρός που ζωγραφίζει πορτραίτα αγνοουμένων, ο Ντόκα, πατέρας του οκτάχρονου κοριτσιού, η Νατάσα, αδερφή της
Λογοτεχνία και θέατρο, πραγματικότητα και φαντασία, τέχνη και πολιτική, ελευθερία και περιορισμοί, ανθρώπινος κύκλος δεινών και υπέρβαση θανάτου στο άστρο της αθανασίας της τέχνης. Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ και Δον Κιχώτης σε μια συνομιλία διακειμενική όταν ο λογοτεχνικός ήρωας εισχωρεί στη σκηνή του θεάτρου, ως σύμβολο διαχρονικού συμπεριφορικού κώδικα, στο πλέγμα μιας ατομικής ουτοπίας. Σύνθετο έργο που
Ειρωνικό, βιωματικό, με ένα λοξό βλέμμα στις συνθήκες της ζωής ενός φτωχού, ανώνυμου νέου στη Χριστιανία (Όσλο) του 19ου αιώνα και της προσπάθειας ικανοποίησης της ζωτικής ανάγκης της πείνας δια της γραφής, σε αντίξοο περιβάλλον. Με μια νότα αισιόδοξης τροπής όταν όλα φτάνουν στο όριο και η ελπίδα υπόσχεται πάλι επιστροφή στη ζωή και μέλλον-έστω
Οι ερωτικές, φιλικές και ανθρώπινες σχέσεις όπως προκύπτουν από τους διαλόγους και τις σιωπές του θεατρικού έργου Προδοσία. Στη σκηνή του θεάτρου τρία πρόσωπα, δύο άνδρες και μία γυναίκα, ξεδιπλώνουν, σε αντίστροφο χρόνο, σκηνές σχέσεων με τη μορφή αναμνήσεων από το παρόν του χωρισμού και μιας συνάντησης, στο παρελθόν και στην αρχή μιας σχέσης που
Μία παρέα εφήβων, τριών αγοριών και δύο κοριτσιών, το στίγμα μιας απόρριψης, η ενήλικη ζωή που ταλανίζεται από εσωτερικές ανήσυχες σκέψεις, ο χρόνος που κυλά, η επιστροφή στο παρελθόν και στα ερωτήματα που ανακύπτουν ως απάντηση λύτρωσης και συναισθηματικής απελευθέρωσης . Ο ήρωας του μυθιστορήματος, το πέμπτο μέλος μιας παρέας εφήβων τα ονόματα των οποίων
Από την Αυστραλία η συγγραφέας Hannah Kent, μας ταξιδεύει στην Ισλανδία του 19ου αιώνα αφηγούμενη την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, μιας γυναίκας που καταδικάζεται σε θάνατο κατηγορούμενη, μαζί με άλλα δύο πρόσωπα, για το φόνο δύο ανδρών. Βόρεια Ισλανδία 1829. «Για τις γυναίκες άνοιξε δρόμους. Έγραψε ποιήματα. Του Μάγκνους το αίμα στις φλέβες της έχει.
«Αυτός που κατακλύζεται από τον πόνο των βασανιστηρίων νιώθει το σώμα του όπως δεν το έχει νιώσει ποτέ πριν. Η σάρκα του πραγματώνεται απόλυτα μέσα στην αυτοάρνησή της…» Ζαν Αμερύ. «…Ήταν σαν να ενσαρκωνόμουν μέσα στον πόνο, σαν ο πόνος να με έκανε να ανακαλύπτω, ταυτόχρονα με το σώμα μου, και την ευθραυστότητά του, τη
– Ένα βλέμμα θεατρικό πίσω από δύο ευάλωτα πρόσωπα. Ελλιπείς διάλογοι μιας θραυσματικής επικοινωνίας, παράλληλοι και αντιθετικοί μονόλογοι δύο προσώπων που οδηγούνται στην αυτοσυνειδησία μέσα από την εμπειρία της παρατήρησης των κανόνων που διέπουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Ένας απροσάρμοστος νέος στη φυλακή και μία γυναίκα που περιφέρεται στην πόλη, κουβαλώντας τα υπάρχοντά της, συναντιούνται
Αποτύπωση του βλέμματος στον εσωτερικό χώρο. Ανάδειξη μιας τρυφερής πτυχής μιας κρυμμένης σεξουαλικότητας.Γυναίκες που καταφεύγουν στη μουσική, στην ανάγνωση, στις καθημερινές ασχολίες και με ρούχα άλλης εποχής μας κοιτάζουν αισθαντικά και ντροπαλά. Το φως πέφτει επάνω τους από το παράθυρο σε ένα περιβάλλον αστικής καλαισθησίας και αποτυπώνεται στη διερευνητική έκσταση των χρωμάτων που αιχμαλωτίζει το πινέλο
Πατριωτισμός Είναι λοιπόν παρήγορο Που το σκυλί ο Σιρκούφ Εμένα προτιμάει Από τον Ολλανδό. Γιατί παρόλο που του δώσαν ξένο επωνύμι Χορτάρι ελληνικό μυρίζει Γάτες του τόπου πολεμάει Και ξεχωρίζει δίχως δυσκολία Τον ντόπιο φίλο από το ξένο αφεντικό. Παρήγορο λοιπόν Που τα σκυλιά Δεμένα με τις μυρωδιές του τόπου Παραμένουν Πατριώτες μ’
Παιχνίδι ρόλων σε ένα βαγόνι τρένου όπου δύο άγνωστοι, ένας άνδρας και μία γυναίκα, συναντιούνται και διασταυρώνουν τις σκέψεις τους σε μια ακινητοποιημένη στιγμή που αντιστρέφει τα λόγια τους στο συμφωνημένο παιχνίδι των ονομάτων. Αυτός θα γίνει ο Γιόζεφ Μένγκελε κι εκείνη η Εσθήρ Κοέν, στο ψευδαισθητικό παιχνίδι ανάμεσα στον ισχυρό και τον ανίσχυρο, τον
Χιόνι σεντόνι τρυφερό για του φιδιού τον ύπνο. Χιόνι και πένθιμο σκυλί βραχνός προφήτης. Με νύχια παγωμένα ο λύκος κρύβεται. Με φόβο οι ζωντανοί την πόρτα κλείνουν. Κοιτάς απ’ το παράθυρο: Καπνίζουν τα πηγάδια. Χιόνι. Κι ανάψαν τη φωτιά στον κάτω κόσμο. Ο κυνηγός στο πέρασμα το σπίρτο πίνει. Τον λύκο, που
Ποτέ, ποτέ, ποτέ δε θα μπορέσω να ξεδιπλώσω όλες τις σημαίες. Πράσινες, κόκκινες, κίτρινες, μπλε, μωβ, θαλασσιές. Ποτέ, ποτέ, ποτέ δε θα μπορέσω να μυρίσω όλα τα αρώματα, Πράσινα κόκκινα κίτρινα, μπλε, μωβ, θαλασσιά. Ποτέ, ποτέ, ποτέ δε θα μπορέσω ν’ αγγίξω όλες τις καρδιές, όλες τις θάλασσες να ταξιδέψω. Ποτέ, ποτέ, ποτέ δε θα
Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή. Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της απ’ τον καϋμό και τα τυράννια της. Μα όσο και να ‘ναι μια στιγμή δεν βάσταξε και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Αλεξάνδρεια, πήρε τον υιό
Τι να κάνει ένας σκηνοθέτης με ένα κείμενο επίπεδο και χωρίς πνεύμα που δείχνει μοντέρνο και του λείπει η φαντασία που μεταπλάθει το ρεαλιστικό των συνεπειών μιας γιορτινής ατμόσφαιρας σε τέχνη; Που ο συγγραφέας του θέλει να μιλήσει για σχέσεις αλλά του λείπει η έμπνευση και που δεν έχει τεχνική θεατρικής αφήγησης; Αυτή την ερωτηματική
Τι θα έλεγε ο Δον Κιχώτης ως Αλόνσο Κιχάνο την τελευταία νύχτα της ζωής του, μόνος, χωρίς τον Σάντσο δίπλα του; Σ’ αυτό το ερώτημα μιας πιθανής εκδοχής απαντά ο θεατρικός μονόλογος της κ. Η. Διαμαντούρου. Από την απορία γιατί ο συγγραφέας αυτού του πολυσέλιδου έργου αφιερώνει μόνο έξι σελίδες στο θάνατο του ήρωά του,